Κυριακή της Τυρινής

Ἡ Κυριακή τῆς Τυρινῆς μᾶς οδηγεί στό κατώφλι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἕνα ταξίδι πνευματικό ξεκινᾶ από την εβδομάδα της Τυρινής, ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα μέχρι καί τήν Παρασκευή πρό τοῦ Σαββάτου του Λαζάρου. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού απαραίτητα εφόδια είναι η προσευχή, η  ἔντονη λατρευτική ζωή καί ή νηστεία.  Με αυτή την πνευματική προετοιμασία μας, θα φθάσουμε να γιορτάσουμε το ‘Αγιο Πάσχα.
%ce%ad%ce%be%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82

ΑΙΝΟΙ: Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα, οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως.

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ: Ἔφθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή, ἡ κατὰ τῶν δαιμόνων νίκη, ἡ πάνοπλος ἐγκράτεια, ἡ τῶν Ἀγγέλων εὐπρέπεια, ἡ πρὸς Θεὸν παῤῥησία, δι’ αὐτῆς γὰρ Μωϋσῆς, γέγονε τῷ Κτίστη συνόμιλος, καὶ φωνὴν ἀοράτως, ἐν ταῖς ἀκοαῖς ὑπεδέξατο, Κύριε, δι’ αὐτῆς ἀξίωσον καὶ ἡμᾶς, προσκυνῆσαί σου τὰ Πάθη καὶ τήν ἁγίαν Ἀνάστασιν, ὡς φιλάνθρωπος. Από το Τριώδιο!

Έθιμα διατροφής την Κυριακή της Τυρινής

Η Κυριακή της Απόκρεω είναι η τελευταία μέρα που τρώνε κόκκινο κρέας.
Η εβδομάδα μεταξύ της Κυριακής της Απόκρεω και της Κυριακής της Τυρινής είναι οι μέρες που τρώνε ψάρι, τυρί, γάλα και αυγά. Ακόμη και κάποια παραδοσιακά σατυρικά τραγούδια μεταφέρουν το θέμα του  αποχαιρετισμού του τυριού (Τύρος) και του καλωσορίσματος του κρεμμυδιού και του πράσου.

kantaifi-tiropitaΣτην Αρκαδία υπάρχει η παράδοση να τρώγεται το τυροζούμι, υδαρές βραστό με άγρια χόρτα σερβιρισμένο με κομμάτια τυριού μυζήθρα. Σερβίρεται σαν  πρώτο πιάτο, ενώ όλοι όσοι κάθονται στο τραπέζι το τρώνε αφού πρώτα σηκώσουν το τραπέζι με τα χέρια τρεις φορές. Το κυρίως πιάτο είναι μακαρόνια πασπαλισμένα με πολύ τυρί. Κατά τη διάρκεια του απογεύματος, τα ανύπαντρα νεαρά άτομα θα κλέψουν ένα κομμάτι μακαρόνι και θα το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να ονειρευτούν ποιον θα παντρευτούν.

Οι κοινότητες των Βλάχων των ορεινών περιοχών της κεντρικής Ελλάδας φτιάχνουν παραδοσιακές γαλατόπιτες, τυρόπιτες ή πίτες με τραχανά.

Στο νησί της Καρπάθου κατά την παράδοση όλοι καλούνται στο σπίτι του δημάρχου, όπου υπάρχει ένας μεγάλος μπουφές με ψάρι, γαλακτοκομικά προϊόντα, γλυκά φτιαγμένα µε μυζήθρα, πουτίγκα ρυζιού και ποτό, που ονομάζεται σιτάκα καρυκευμένο με βούτυρο και μέλι.

kihiΣτη Μήλο και την Κέα τα υπολείμματα του φαγητού από τη γιορτή της Τυροφάγου μένουν στο τραπέζι μέχρι το επόμενο πρωί, για την περίπτωση που το φάντασμα του σπιτιού πεινάσει την νύχτα.

Έθιμο της Τυροφάγου είναι το βραδινό γεύμα να τελειώνει με αυγά, βρασμένα ή ψημένα στο τζάκι.
Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, τα μέλη της οικογένειας βάζουν τα αυγά τους κοντά στην θράκα του τζακιού για να ψηθούν και περιμένουν να δουν ποιανού το αυγό θα «ιδρώσει» πρώτο (σημάδι ότι αυτός ή αυτή θα έχουν καλή χρονιά).
Ο συμβολισμός αυτής της παράδοσης είναι ότι σφραγίζεται το στόμα με αυγό και ανοίγει το στόμα με αυγό το Πάσχα.

Πηγή κειμένου εθίμων: διαδίκτυο

 

Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , , | Σχολιάστε

Για την γυναίκα

H εκκλησιαστική αντίληψη για την γυναίκα στην Αγία Γραφή

Στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τήν γυναίκα στίς δύο γνωστές διηγήσεις πού έχουν ως θέμα τήν δημιουργία του ανθρώπου. Σ’ αυτές τίς διηγήσεις (παρά τούς διαφορετικούς προσανατολισμούς πού έχει κάθε μία) εκφράζονται μέγιστες αλήθειες. Οι ιεροί συγγραφείς, φωτισμένοι από τό Πνεύμα του Θεού, δέν έχουν πρόθεση νά μας δώσουν μέσα από τά μοναδικά αυτά κείμενα κάποια οντολογική ερμηνεία της γυναίκας, ούτε νά εκθέσουν κάποια θεολογία σχετικά μέ τήν δημιουργία της καί τό πρόσωπό της. Οπωσδήποτε διακατέχονται κι αυτοί από τό γενικότερο ανδροκρατούμενο πνεύμα της εποχής τους – πώς μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά. Όμως παρόλα αυτά τονίζουν, (μέσα από εικόνες, σύμβολα καί άλλα πολιτιστικά στοιχεία του καιρού τους) ότι τόσο ο άντρας, όσο καί η γυναίκα είναι δημιουργήματα ενός αγαθοποιού Θεού. Έχουν κι οι δύο τήν ίδια ανθρώπινη φύση (το αρχικό ανθρώπινο κύτταρο) ως εικόνες του Θεού. Αποτελούν ως «άρσεν και θήλυ», όντα αλληλοσυμπλήρωσης καί αλληλοβοήθειας. Ο καθένας βλέπει στόν άλλον τόν εαυτό του καί ταυτόχρονα ό,τι τόν διακρίνει. Επωμίζονται καί οι δύο τό ίδιο έργο, καί έχουν από κοινού τήν ευθύνη γιά τόν κόσμο γύρω τους. Αυτά τά δύο μοναδικά όντα ο Θεός τά αγαπά, τά φροντίζει, τά ευλογεί.

Αλλά ενώ αυτές οι αλήθειες αποκαλύπτουν στό βάθος τό αρχικό σχέδιο της θείας Σοφίας, έρχεται η πτώση των Πρωτοπλάστων, πού, εκτός από όλα τά άλλα, δημιουργεί μιά ρήξη ανάμεσα στόν άντρα καί τήν γυναίκα. Η γυναίκα στρέφεται πρός τόν άνδρα μέ μιά επιθυμία κτητική, κι αυτός λειτουργεί έναντι της ως κυρίαρχος καί εξουσιαστής. Αυτή ακριβώς η μεταπτωτική κατάσταση διαπερνά καί όλα τά βιβλία της Π.Δ. Κατά τίς ραββινικές παραδόσεις καί τίς διάφορες ερμηνείες του Νόμου, η γυναίκα θεωρείται κατώτερη από τόν άντρα στήν εξυπνάδα καί στήν ωριμότητα – κάτι σάν ισόβια «ανήλικη». Στήν ερωτική ζωή λειτουργεί ως πηγή επιθυμίας. Στόν χώρο της ηθικής ως απειλή. Στην θρησκευτική και λατρευτική ζωή λογίζεται ως ον ανάξιο καί ακάθαρτο. Κατά τήν ίδια νομοθεσία μία γυναίκα αποτελεί κτήμα του συζύγου, (μαζί με τά παιδιά, τούς δούλους καί τά άλλα περιουσιακά στοιχεία), αφού μετά τόν γάμο περνά από την κυριαρχία του πατέρα στήν εξουσία του άνδρα. Εύκολα μπορεί νά βρεθεί στό δρόμο, χωρισμένη από τόν άντρα. Ενώ αυτή δέν μπορεί νά χωρίσει τόν σύζυγό της, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις. Όταν κάποια αποδεικνύεται άπιστη πρός τόν άνδρα κατά τήν περίοδο του αρραβώνα, τιμωρείται μέ λιθοβολισμό. Και όταν η απιστία γίνεται κατά τόν γάμο, με στραγγαλισμό. Ενώ γιά τόν άνδρα υπάρχει ατιμωρησία σέ ανάλογα παραπτώματα. Η πολυγαμία θεωρείται δικαιολογημένη, όπως καί τό δικαίωμα του άνδρα νά χωρίσει τήν γυναίκα, αν αυτή δεν του έχει γεννήσει παιδί στά πρώτα δέκα χρόνια του γάμου. Οι ίδιοι νόμοι επιβάλλουν σ’ αυτήν «καθαρμούς» σαράντα ημερών στήν περίπτωση πού γεννήσει αγόρι, καί ογδόντα ημερών, όταν γεννήσει κορίτσι. Απαγορεύουν σ’ αυτήν νά ασκεί τό ιερατικό λειτούργημα, όπως επίσης καί νά συμμετέχει στήν λατρεία κατά τίς περιόδους των γυναικείων κύκλων. Δέν της επιτρέπουν τέλος, όταν πηγαίνει στόν Ναό, νά στέκεται πρός τήν πλευρά πού βρίσκονται οι άνδρες.

CMYK conversion=Gold Fredrix 4K ICC.Όμως παρόλα αυτά, στά ίδια βιβλία της Π. Δ. λάμπουν μέ τήν παρουσία τους σεβαστές γυναίκες, όπως ήταν η Σάρα, η Ρεβέκκα, η Λεία, η Ραχήλ, κατά τούς εωθινούς χρόνους της ιερής ιστορίας, οι προφήτισσες Μυριάμ (αδελφή του Μωυσή) Δεββώρα, Ιαήλ, Άννα (μητέρα του Σαμουήλ), οι ελευθερώτριες Εσθήρ, Ιουδίθ. Ούτε λείπουν απ’ αυτά τά βιβλία οι έπαινοι γιά τήν γυναικεία γονιμότητα (κύριο στοιχείο καταξίωσης της γυναίκας), γιά τήν γυναικεία αξιοσύνη, τήν πιστότητα καί αφοσίωση πρός τόν άνδρα, τήν καθαρότητα στίς συζυγικές σχέσεις, τήν τρυφερότητα του άνδρα προς τήν γυναίκα. Αισθήματα πού κορυφώνονται μέ τήν γυναικεία προσωποποίηση της Σοφίας καί κατ’ εξοχήν μέ τό «Άσμα Ασμάτων», αυτόν τόν θαυμάσιο ύμνο της ανδρόγυνης αγάπης. Όμως η πραγματικότητα δέν έπαυε νά είναι πικρή γιά τήν γυναίκα. Καί απ’ αυτή τήν άποψη μπορούμε νά εκτιμήσουμε τήν όλη στάση του Ιησού, όντως επαναστατική, προς τίς γυναίκες.

panagiamaliki02Πράγματι, ο Ιησούς, σύμφωνα με τίς διηγήσεις των Ευαγγελίων, δέν αποκλείει από τήν αγάπη Του τήν γυναίκα – τό αντίθετο μάλιστα. Γι’ Αυτόν εκείνο πού έχει σημασία δέν είναι τό φύλο, αλλά τό ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι καλεί τίς γυναίκες αδελφές Του, γιατί κι αυτές ανήκουν στήν κοινότητα της Εκκλησίας. Ευσπλαχνίζεται τήν χήρα μητέρα της Ναΐν καί ανασταίνει τόν γιό της. Γιατρεύει τήν συγκύπτουσα της συναγωγής, γιατί είναι κόρη του Αβραάμ καί ίση μπροστά στόν Θεό. Εμπιστεύεται μέγιστες αλήθειες σέ μιά γυναίκα, τήν Σαμαρείτισσα (Ιω. 4, 14 εξ.), παρά τίς αντίθετες αντιλήψεις της εποχής, όπου αποτελούσε πρόβλημα ακόμα καί η συζήτηση μέ μιά γυναίκα. Επιτρέπει σέ γυναίκες (όπως ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, η Σαλώμη, η Σουζάνα κ. ά.) όχι μόνο νά Τόν διακονούν (Λουκ. 8, 1) αλλά νά βγαίνουν έξω από τό σπίτι τους καί νά Τόν ακολουθούν στό κηρυκτικό έργο, πράγμα αδιανόητο γιά ένα ραββίνο αυτής της εποχής. Καί προπάντων δείχνει τήν ιδιαίτερη αγάπη Του σέ γυναίκες του περιθωρίου, απορριμένες κοινωνικά καί εξουθενωμένες, γιατί θέλει ν’ αποκαταστήσει τήν αξιοπρέπειά τους καί ν’αποκαλύψει σ’ αυτές ότι είναι άξιες εκτίμησης εκ μέρους Του καί εκ μέρους του Θεού.

pino-daeni2Μετά απ’ αυτή τήν στάση του Ιησού, οι γυναίκες είναι παρούσες στήν Σταύρωση καί στόν Ενταφιασμό˙ γίνονται αγγελιοφόροι της Ανάστασης˙ μετέχουν στό γεγονός της Πεντηκοστής, όπως η Εκκλησιαστική κοινότητα είναι συγκεντρωμένη «ομοθυμαδόν επί το αυτό» καί δέχεται τήν φωτιά του Αγίου Πνεύματος˙ αναδεικνύονται σέ προφήτισσες (οι τέσσερις κόρες του Φιλίππου), σέ διδασκάλισσες (Πρίσκιλλα, Φοίβη), σέ διακόνισσες, σέ γυναίκες φιλανθρωπίας καί αγάπης (Ταβιθά), σέ μάρτυρες, μοναχές καί μητέρες.

Αλλά κι ο Απ. Παύλος διακηρύττει κάτι εξαιρετικά σημαντικό γιά τήν εποχή του. Ότι στόν καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού καταργείται κάθε διάκριση – εθνική, θρησκευτική, κοινωνική – όπως κι αυτή πού έχει σχέση μέ τήν γυναίκα. Όμως ο ίδιος ο Απόστολος βλέπει ότι τόσο ο κόσμος, όσο καί η τότε κοινότητα της Εκκλησίας, δέν μπορούν νά αντέξουν μιά τέτοια ριζοσπαστική αλήθεια, κατ’ ουσία εσχατολογική. Γι’ αυτό καί προσφεύγει στήν οικογενειακή «ιεραρχία» της εποχής εκείνης, πού ήθελε τόν ανδρα « κεφαλή της γυναικός». Καί στή συνέχεια περνά σ’ ένα θαυμάσιο εικονισμό άνδρα Χριστού – Εκκλησίας, άντρα – γυναίκας. Έτσι, μέσα απ’ αυτόν τόν εικονισμό προβάλλεται ένα ανώτερο επίπεδο σχέσεων άντρα – γυναίκας, πού ξεπερνά όλες τίς σχετικές ιδεολογίες αυτής της εποχής καί χτυπάει στήν ρίζα κάθε μορφή αυταρχισμού, ανδρικού ή γυναικείου.

giagia-iakovidesΌμως παρά τήν ρωμαλέα στάση του Αποστόλου Παύλου, δέν αλλάζουν πολλά σχετικά μέ τήν ισοτιμία του άνδρα καί της γυναίκας. Ο μύθος της ανδρικής κυριαρχίας, στο κοινωνικό υπερ – εγώ, παραμένει καί μέσα στίς χριστιανικές κοινότητες. Η υπερβολική «καθαρολογία» του Ιουδαϊσμού, σχετικά μέ τούς γυναικείους βιολογικούς κύκλους, περνάει καί μέσα στήν Εκκλησία. Οι «γνωστικίζουσες» αντιλήψεις γιά τόν κόσμο, τό σώμα, τήν ηδονή (ως δημιουργήματα κατωτέρων θεϊκών δυνάμεων) όπως καί κάποιες εκτροπές του ασκητισμού, καλλιεργούν ένα πνεύμα υποψίας καί περιφρόνησης, εχθρότητας καί φόβου πρός τήν γυναίκα. Έτσι ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δέν βλέπουν τήν γυναίκα ως πηγή της ζωής, όπως τήν θέλει τό θείο Σχέδιο της δημιουργίας, αλλά ως πηγή ρύπου καί μολυσμού (Αποκ. 14, 4). Ως ένα δηλ. καταραμένο ον, πού υπάρχει, είτε γιά τήν αποφυγή της πορνείας, είτε ως μέσο παιδοποιίας, καί πού η σχέση μ’ αυτό (η ερωτική – συζυγική) καθιστά τόν άνθρωπο, κατά κάποιο τρόπο, ακάθαρτο.

Αυτού του είδους τίς αντιλήψεις, πού τραυμάτιζαν τήν γυναικεία αξιοπρέπεια καί αμφισβητούσαν τήν σοφία του Θεού, χρειάστηκε ν’ αντιμετωπίσουν οι Πατέρες της Εκκλησίας – όσο φυσικά η εποχή τους τό επέτρεπε.. Γι’ αυτό οι Πατέρες δέν παύουν νά στηλιτεύουν τήν τότε νομοθεσία πού εξαντλούσε όλη τήν αυστηρότητα γιά τίς ηθικές παρεκτροπές της γυναίκας, ενώ άφηνε στό απυρόβλητο τίς απιστίες του άντρα. Νά συμβουλεύουν τούς άνδρες νά συμπεριφέρονται μέ τρυφερότητα στίς γυναίκες τους. Νά τονίζουν μέ όλες τους τίς δυνάμεις τό «ομότιμον ανδρός καί γυναικός». Ότι δηλ. ο άντρας καί η γυναίκα έχουν τήν ίδια τιμή, αξία καί δόξα, μέ βάση τήν δημιουργική πράξη του Θεού˙ τό ίδιο θεϊκό αρχέτυπο, ως μία καί ενιαία ανθρώπινη φύση˙ τήν ίδια οντολογική ταυτότητα του «κατ’ εικόνα». Καί επιπλέον, ότι καί τούς δύο αφορά η λυτρωτική πράξη του Χριστού˙ η αναδημιουργία μέσα στήν Εκκλησία˙ η από κοινού πορεία πρός τήν ζωή, τόν θάνατο καί τήν ανάσταση.

Βέβαια, παρά τίς καταπληκτικές αυτές τοποθετήσεις των Πατέρων, η ισότητα άντρα – γυναίκας σέ όλα τά επίπεδα παρέμενε γιά τόν ιστορικό Χριστιανισμό κάτι τό ανέφικτο. Μέ αποτέλεσμα τό ανθρώπινο ον νά ταυτίζεται σχεδόν μέ τόν άντρα, καί η γυναικεία ύπαρξη νά θεωρείται υποτιμημένη καί προβληματική. Οι χριστιανοί δέν έπαυαν νά τονίζουν τήν πνευματική ισοτιμία ανάμεσα στόν άντρα και τήν γυναίκα. Όμως δέν μπόρεσαν νά βγάλουν απ’ αυτή τήν χαρισματική ισοτιμία τά αναγκαία συμπεράσματα γιά τήν θέση της γυναίκας στήν κοινωνική ζωή. Έτσι δέν κατόρθωσαν νά κάνουν πράξη (είτε γιατί παρεξέκλιναν πρός κάποιο «αγγελισμό», είτε γιατί η εποχή δέν ήταν ώριμη), αυτά πού ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς είχε διακηρύξει, από τόν δεύτερο αιώνα, ως συνέπειες της πνευματικής ισότητας: «η τροφή κοινή, γάμος συζύγιος, αναπνοή, οψις, ακοή, γνώσις, ελπίς, υπακοή, όμοια πάντα» (P. G 8, 260C).

Επιπλέον εκείνο πού δέν μπόρεσε νά δει ο ιστορικός Χριστιανισμός μέσα στούς αιώνες είναι, τί ακριβώς διαφοροποιεί τόν άνδρα καί τήν γυναίκα ως ετερότητα. Ενώ δηλ. τά δύο αυτά όντα αποτελούν στόν πυρήνα τους μία ενότητα (Γεν. 1,26˙ 27˙), τί είναι εκείνο τό μυστηριώδες, πού κάνει τόν άνδρα νά είναι αυτό πού είναι, καί τήν γυναίκα νά στέκεται έναντί του ως ένα «άλλο πρόσωπο», πολύ κοντινό ταυτόχρονα ομως «καθαρά διαφορετικό». Οι Πατέρες της Εκκλησίας πέρασαν παράπλευρα από τό υπερφυσικό μυστήριο των φύλων καί τό πρόβλημα της γυναικείας οντότητας. Γι’ αυτό είδαν τήν γυναίκα περισσότερο από ηθική ή ψυχολογική άποψη, καί μέ μέτρο πάντα τόν άντρα. Όμως αυτή η άγνοια είχε ως αποτέλεσμα νά ταυτισθεί ο άντρας μέ τήν δύναμη καί τήν εξουσία (ο σοφός, ο πολεμιστής, ο κυβερνήτης) καί η γυναίκα μέ τήν παιδοποιία καί τούς υπηρετικούς ρόλους – αυτή πού φροντίζει τό σπίτι, αυτή πού ξεκουράζει ερωτικά τόν άνδρα, αυτή πού του γεννάει παιδιά.

panagiaΑλλά στήν Εκκλησία υπάρχει καί η Γυναίκα «η περιβεβλημένη τόν ήλιον» (Απ. 12, 1). Η Εύα της Χάρης και της Σωτηρίας, η Υπεραγία Θεοτόκος. Οι Πατέρες κι οι Υμνογράφοι της Εκκλησίας έγραψαν καταπληκτικά κείμενα για τό τίμιο πρόσωπό της. Γι’ αυτούς η Θεοτόκος (Γυναίκα – Μητέρα – Παρθένος) αποτελεί δόξα καί τιμή γιά τό ανθρώπινο γένος, τήν πιό χαριτωμένη ύπαρξη της εκκλησιαστικης ιστορίας. Όλο αυτό τό μεγαλείο της Θεοτόκου δέν βρίσκεται στήν βιολογική γονιμότητα, αλλά στό γεγονός ότι έγινε η Μητέρα του Θεού. Καί αυτό τό μέγα γεγονός καί θαύμα, ότι ο Υιός του Θεού «γεννήθηκε από μία γυναίκα» (Γαλ. 4, 4) καταξιώνει στό έπακρο τήν γυναικεία ύπαρξη. Πρόκειται γιά μιά μητρότητα άλλης τάξεως, πού αποκαλύπτεται ως μυστική ανταπόκριση στήν αγάπη του Θεού. Απ’ αυτή τήν άποψη, εκείνο πού διακρίνει τήν γυναίκα, αυτό πού χαρακτηρίζει τήν γυναικεία πνευματικότητα, είναι η δυνατότητα αποδοχής του Άλλου – του Θεού, του άντρα, του παιδιού, του συνανθρώπου. Είναι η ανέκφραστη τρυφερότητα πού αγκαλιάζει καί σώζει τήν ζωή, μ’ ένα τρόπο μυστικό, ενδόμυχο καί πολύμορφο. Μιά «μητρότητα» πού επωάζει καί «γεννά» ό,τι πιό ωραίο υπάρχει στόν κόσμο ως ζωή, αμοιβαιότητα καί χάρη. Γι’ αυτό και οι Πατέρες είδαν στην χαρισματική μητρότητα της Θεοτόκου (στην μυστική αποδοχή της αγάπης του Θεού) το μυστήριο της Εκκλησίας.

Βέβαια μία τέτοια «στάση» έναντι του κόσμου υπάρχει και στον άντρα, αλλά στην γυναίκα είναι κάτι το μοναδικό. Και απ’ αυτή την άποψη οι άγιοι άντρες και άγιες γυναίκες της Εκκλησίας δεν είναι όντα πού περικλείονται μέσα στην βιολογικότητά τους, ούτε εξαντλούνται στους κοινωνικούς ρόλους. Είναι πρόσωπα πού από τήν μιά φανερώνουν τόν εσώτατο εαυτό τους ως μυστηριακή «ετερότητα» (χαρισματικός πλούτος των δώρων του Θεού) καί από τήν άλλη αποκαλύπτουν «τήν ταυτότητα διά της χάριτος» (Άγ. Μάξιμος), όταν συγκλίνουν πρός τό κοινό Αρχέτυπο, καί γίνονται «εις εν Χριστω Ιησου»(Γαλ.3,28).Μέσα απ’ αυτή τήν αφατη σχέση (ταύτιση καί διάκριση, κοινότητα καί ετερότητα, αμοιβαιότητα καί μοναδικότητα) ο άντρας καί η γυναίκα αποτελούν τήν πιό λαμπρή καί ακτινοβόλα εικόνα του Ενός καί Τριαδικού Θεού.

Του Αρχιμ. Πλάτωνα Κρικρή

Πηγή: ecclesia.gr

 

Posted in ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΘΕΜΑΤΑ | Tagged , , , | Σχολιάστε

Τρουφάκια πορτοκάλι με αμύγδαλο

Υλικά για 6-8 άτομα

  • 1½ κούπα καφέ ζάχαρη.
  • ½ κούπα καφέ χυμό πορτοκάλι.troyfakia
  • ¼ κούπα καφέ λικέρ πορτοκάλι ή κονιάκ.
  • 1½ κούπα καφέ αμυγδαλόψιχα αλεσμένη.
  • Από 4 μεγάλα πορτοκάλια τις φλούδες τους αλεσμένες.
  • Ζάχαρη άχνη για πασπάλισμα.

Εκτέλεση

  1. Στο μπλέντερ ρίχνετε τις φλούδες πορτοκαλιού με το αμύγδαλο και τα αλέθετε.
  2. Ταυτόχρονα βάζετε σε ένα κατσαρολάκι σε υψηλή θερμοκρασία τη ζάχαρη με το χυμό πορτοκαλιού μέχρι να λιώσει η ζάχαρη.
  3. Τότε προσθέτετε μέσα τα αλεσμένα υλικά δηλαδή το πορτοκάλι μαζί με το αμύγδαλο.
  4. Ανακατεύετε με ξύλινη κουτάλα μέχρι το μείγμα να γίνει μία μάζα και να ξεκολλάει από την κατσαρόλα. Αφήνετε το μείγμα να κρυώσει καλά για να μπορείτε να το πλάσετε.
  5. Παίρνετε μια κουταλιά μείγματος στο χέρι και την πλάθετε σε μπαλίτσα.
  6. Κάθε φορά που πιάνετε καινούργιο μείγμα βουτάτε τα χέρια στο αλκοόλ, αφενός γιατί το μείγμα κολλάει και αφετέρου για να το αρωματίσετε.
  7. Αφήνετε τα αμυγδαλωτά πάνω σε σχάρα ή σε δίσκο με λαδόκολλα μέχρι να στεγνώσουν και όταν τα ακουμπάτε με το δάχτυλο να μην έχουν καθόλου υγρασία, ούτε να κολλάνε.
  8. Αυτό μπορεί να πάρει μερικές ώρες. Έπειτα τα ρολάρετε στην άχνη ζάχαρη και σερβίρετε.  ΠΗΓΗ ΣΥΝΤΑΓΗΣ: newsbeast
Posted in ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΜΑΣ | Tagged , | Σχολιάστε

Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932)

Ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας

Εχει πατρίδα η παιδική ηλικία; Εχει πατρίδα η αθωότητα; Είναι γερμανάκια ή ελληνόπουλα τα παιδιά που ζωγραφίζει ο Γεώργιος Ιακωβίδης με τόση τρυφερότητα, με τόση αγάπη και με τόσο βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας τους και της συμπεριφοράς τους; Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι πίνακές του με θέματα αντλημένα από την παιδική ηλικία ζωγραφίστηκαν στο Μόναχο. Και αυτό γιατί το αστικό περιβάλλον της βαυαρικής πρωτεύουσας και η εθνικιστική ιδεολογία της αγίας τριάδας «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» που ευδοκιμούσε αυτά τα χρόνια στη Γερμανία ευνοούσαν ανάλογα θέματα. Ετσι αυτή η ιδιαίτερη κλίση του Ιακωβίδη, που είχε ήδη εκδηλωθεί δειλά στα χρόνια της αθηναϊκής μαθητείας του, θα βρει τον βιότοπό της στο Μόναχο, θα ανθήσει και θα καρποφορήσει.

H νηπιακή και παιδική ανθρωπότητα που παρελαύνει από τους πίνακες του Ιακωβίδη έχει ορισμένα αρχετυπικά χαρακτηριστικά: πλούσια ή φτωχή, ντυμένη με ακριβά ρούχα ή με ράκη, είναι υγιής, εύρωστη, αμέριμνη και ευτυχισμένη. Αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό διακρίνει τη ζωγραφική του Ιακωβίδη από το κοινωνικό κήρυγμα των ρεαλιστών ή από το νοσηρό κλίμα των ρομαντικών και των συμβολιστών, που αγγίζει κάπου κάπου και τον μεγάλο Γύζη όταν ζωγραφίζει ανάλογα θέματα.

Γεώργιος Ιακωβίδης

Γεώργιος Ιακωβίδης

Οι σκηνές από την παιδική ηλικία ανήκουν ασφαλώς στην ανώδυνη ηθογραφική ζωγραφική αλλά ο Ιακωβίδης ερμηνεύει το θέμα του με τη φιλαλήθεια ενός ρεαλιστή. Σπάνια μπορείς να δεις νήπια ζωγραφισμένα με τόση ακρίβεια, γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα σχεδιαστικά γυμνάσματα. Με τέλειο τρόπο αποδίδονται τα άπλαστα ακόμη μέλη, οι αδέξιες κινήσεις, οι εκφράσεις, ακόμη και η ασκήμια τους, ιδιαίτερα όταν κλαίνε. Και τα παιδιά του Ιακωβίδη θυμώνουν, επαναστατούν και κλαίνε γοερά. Οχι όμως από πείνα και δυστυχία. Αλλά γιατί υπομένουν με δυσκολία τα μικρά βάσανα που τους επιβάλλουν οι μεγαλύτεροι, κυρίως οι γιαγιάδες και οι παππούδες. Γιατί ο Ιακωβίδης αγαπά να απεικονίζει αυτές τις δύο ακραίες ηλικίες και την ξεχωριστή σχέση που αναπτύσσουν.

H αντίθεση ανάμεσα στους γέροντες και στα παιδιά γοητεύει τον ζωγράφο· αντίθεση πολλαπλή, στη μορφή, στην έκφραση, στην κίνηση αλλά κυρίως στην ψυχολογία. H τρυφερή, στίλβουσα και σφύζουσα από ζωική ορμή ρόδινη σάρκα των παιδιών λάμπει φωτίζοντας αντιστικτικά και ανελέητα τα γερασμένα πρόσωπα, τα χαρακωμένα από τον χρόνο και τα βάσανα της ζωής. Οι καλοκάγαθοι γέροντες του Ιακωβίδη, γαλήνιοι και υπομονετικοί, εκφράζουν τη στοχαστική ενατένιση της ζωής, της δικής τους ζωής που δύει, της ζωής των νέων βλαστών που ανατέλλει. Με οξυδέρκεια ψυχολόγου ο Ιακωβίδης παρατηρεί τα τυπικά χαρακτηριστικά κάθε ηλικίας: ιδιαίτερα τονίζει την προπετή απληστία των παιδιών, την ασίγαστη, την ακάματη ενεργητικότητά τους, τον αξόδευτο δυναμισμό τους, την ανυπομονησία τους να κατακτήσουν τον ζωτικό τους χώρο, που εκφράζεται με τα διαρκώς απλωμένα χεράκια τους.

Τα παιδιά υπερασπίζονται με μαχητικότητα τον πρώιμο πόθο τους για ανεξαρτησία και οι γέροντες υπομένουν με χαμογελαστή συγκατάβαση την επαναστατική επιθετικότητά τους. Σιωπή τυλίγει τους γέροντες, ενώ τα ξεφωνητά και τα γέλια των παιδιών φτάνουν εκκωφαντικά ως τ’ αυτιά μας. Ποτέ ζωγράφος δεν έπλεξε ανάλογο ύμνο στην ξεχωριστή αυτή σχέση που γεφυρώνει το χάσμα των γενεών. Γιατί στις παραδοσιακές κοινωνίες προσφιλείς και αναντικατάστατοι παιδαγωγοί των παιδιών ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής τούς εξόρισε στους οίκους ευγηρίας, δημιουργώντας ένα ανεπούλωτο τραύμα στην αρμονική ανάπτυξη και αγωγή των παιδιών μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας. Μέσα απ’ αυτή τη σχέση, σχέση αγάπης, πολλές αξίες μεταβιβάζονταν στη νέα γενιά αβίαστα. Και πάνω απ’ όλα ο σεβασμός των γερόντων. Μια παλιά λαϊκή παροιμία, ακατανόητη σήμερα, προέτρεπε: «Αν δεν έχεις γέρο, ν’ αγοράσεις». Ο πλούτος της παραδοσιακής γλώσσας, η πείρα, η σοφία της ζωής είναι μερικές μόνο από τις αξίες που ναυάγησαν μαζί με την ακυρωμένη σχέση των δύο γενεών. Σπουδαίος τεχνίτης, απαράμιλλος σχεδιαστής

H θεματολογία με παιδιά επιβάλλεται στη ζωγραφική του Ιακωβίδη μετά το 1882, πάντα στο Μόναχο, όπου θα παραμείνει ως το 1900, γνωρίζοντας την επαγγελματική καθιέρωση. Οι παιδογραφίες του έλληνα ζωγράφου βρίσκουν θερμή ανταπόκριση τόσο στην κριτική τους υποδοχή όσο και στο αγοραστικό κοινό της βαυαρικής πρωτεύουσας. Το θέμα αυτό θα κυριαρχήσει στη δημιουργία του ως το 1900. Μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα οι ιεραρχίες ανατρέπονται καθώς ο ορίζοντας προσδοκίας του κοινού αλλάζει. Ο Ιακωβίδης κατακλύζεται από παραγγελίες. Από τον βασιλικό οίκο ως τους εκπροσώπους της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου, όλοι φιλοδοξούν να διαιωνιστούν από τον διάσημο ζωγράφο· και πράγματι ο Ιακωβίδης μάς άφησε μια συναρπαστική πινακοθήκη από προσωπογραφίες που ζωντανεύουν μια ολόκληρη εποχή.

Τα πρώτα του έργα με παιδιά έχουν έντονο ηθογραφικό χαρακτήρα με πρωταγωνιστές νεαρούς βιοπαλαιστές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει για τη φευγαλέα έκφραση και την ελεύθερη πινελιά του το Ιταλόπαιδο που γελάει, που παραπέμπει σε παλιότερους δασκάλους του είδους, όπως ο Βελάσκεθ, ο Μουρίγιο και ο Φραντς Χαλς. Από το 1883, με τα Μικρά βάσανα και τον Κακό εγγονό, αρχίζει να κυριαρχεί στη θεματογραφία του Ιακωβίδη ο διάλογος ανάμεσα στις δύο ακραίες ηλικίες της ζωής που περιγράψαμε πιο πάνω. Ο ζωγράφος φαίνεται να προετοιμάζει τις συνθέσεις του με γρήγορα σκίτσα, είτε με μολύβι είτε με λάδι, όπου προσπαθεί να συλλάβει τη φευγαλέα έκφραση και τη στιγμιαία κίνηση. Τα τελειωμένα έργα, με το προσεκτικό σχέδιο και τη σφιχτή φόρμα, δεν παρουσιάζουν την ίδια ανταπόκριση ανάμεσα στη «γραφή» και στη ροή του χρόνου που διαθέτουν τα προσχέδια. Ως το τέλος της δεκαετίας του ’80 οι σκηνές διαδραματίζονται σε εσωτερικούς χώρους και προβάλλονται σ’ ένα σχετικά σκοτεινό φόντο, ενώ η τονικότητα που κυριαρχεί είναι το καφετί και τα γαιώδη της ακαδημαϊκής ζωγραφικής. Ο φωτισμός είναι διάχυτος με απροσδιόριστη πηγή. Οι γέροντες είναι ντυμένοι συνήθως με σκούρα ρούχα που χαρίζουν περισσότερη λάμψη στα χαρούμενα λευκά ή ανθηρά χρώματα των παιδικών ενδυμάτων.

Οπως παρατηρεί εύστοχα η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης κυρία Ολγα Μεντζαφού, που αφιέρωσε στον Ιακωβίδη μια λαμπρή διατριβή, από το τέλος της δεκαετίας του 1880 η διάθεση, η χρωματολογία και ο φωτισμός αλλάζουν στους πίνακες του ζωγράφου, που διανύει μια ευτυχισμένη περίοδο στη ζωή του, ύστερα από τον γάμο του και τη γέννηση του μοναχογιού του. Οι μορφές προβάλλονται τώρα πάνω σ’ ένα φωτεινό φόντο και τα χρώματα ζωηρεύουν. Ενα δυνατό κόκκινο, που τοποθετείται στον πίνακα ανόθευτο, καθαρό πάνω σ’ ένα φρούτο, στα καλτσάκια ενός παιδιού, στο κουβάρι της γιαγιάς που πλέκει, ζωντανεύει τον πίνακα. Ακόμη και στα σκούρα ρούχα της γιαγιάς κυκλοφορούν υπέροχες συγχορδίες χρωμάτων: πράσινα, βυσσινιά, μαβιά, ρόδινα φώτα.

H λειτουργία του φωτός αλλάζει επίσης. H πηγή του προσδιορίζεται τώρα μέσα στον πίνακα. Το φως έρχεται από ένα ανοιχτό παράθυρο, που τοποθετείται πάντα αριστερά, όπως το είχαν καθιερώσει οι ολλανδοί ηθογράφοι του 17ου αιώνα, με προεξάρχοντα τον Βερμέερ. Το φως λούζει τις μορφές και παίρνει σχεδόν συμβολικές προεκτάσεις μεταμορφώνοντας τις εικόνες των παιδιών σε καθημερινές θεοφάνιες. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρουν τα Πρώτα βήματα (1892), με το μωρό που βηματίζει χαρούμενο προς την ανοιχτή αγκαλιά της αδελφής του και στον κόσμο, να μεταμορφώνεται το ίδιο σε λευκόξανθη πηγή φωτός.

Οσο ο 19ος αιώνας πλησιάζει προς το τέλος του ο Ιακωβίδης γίνεται πιο τολμηρός. Ζητάει από την ώριμη τέχνη του να λύσει πιο περίπλοκα προβλήματα. Τοποθετεί την πηγή φωτός πίσω από τη σκηνή που απεικονίζει και τη φωτίζει εναντιόδρομα. Ετσι οι μορφές μεταβάλλονται σε σκοτεινές σιλουέτες, ενώ τα περιγράμματά τους «παίρνουν φωτιά». Εδώ αισθανόμαστε την επίδραση του υπαιθρισμού και του ιμπρεσιονισμού. Τα χρώματα του Ιακωβίδη μαρτυρούν εντονότερα αυτή την ανομολόγητη οφειλή. Στη χρωματολογία του κυριαρχούν τώρα τα προσφιλή στους ιμπρεσιονιστές ζεύγη των συμπληρωματικών (πορτοκαλί με γαλάζιο, κίτρινο με μωβ, πράσινο με κόκκινο). Τη θριαμβευτική κορύφωσή της θα γνωρίσει αυτή η τάση στην ξακουστή Παιδική συναυλία (1899-1900).

Οι μορφές στο ύπαιθρο, μέσα στο φυσικό φως που ζωντανεύει τα χρώματα και διαλύει τη φόρμα, αποδίδονται τώρα με γρήγορες ελεύθερες πινελιές και αποκαλύπτουν έναν Ιακωβίδη που φαίνεται να έχει γνωρίσει και αφομοιώσει το δίδαγμα του γαλλικού υπαιθρισμού. Αλλωστε το μήνυμα της νέας τέχνης είχε αρχίσει να μεταμορφώνει και τη ζωγραφική των γερμανών ομοτέχνων του. Ηδη από το 1892 ένα έργο σαν την Αντιστροφή των ρόλων έχει ζωγραφιστεί με τόση ελευθερία και αίσθηση υπαίθρου που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στα έργα του Μανέ. H Προσωπογραφία της γυναίκας του καλλιτέχνη με τον γιο της (1895) μεταδίδει την ίδια δονούμενη αίσθηση υπαίθρου, με το φως του σύδενδρου που έρχεται από το βάθος να χαϊδεύει το μάγουλο της γυναίκας και τα μαλλιά του παιδιού.

Ο Ιακωβίδης οδήγησε τη ζωγραφική της Σχολής του Μονάχου στα ακραία της όρια. Δεν ήταν ασφαλώς επαναστάτης. Υπήρξε όμως σπουδαίος τεχνίτης, απαράμιλλος σχεδιαστής. Κυρίως όμως μας αποκάλυψε με την τέχνη του έναν κόσμο βαθιά ανθρώπινο, πλούσιο σε αισθήματα και συγκινήσεις. H ζεστασιά, η ανθρωπιά που αποπνέουν τα έργα του είναι αρχετυπική και άμεσα μεταδοτική. Ισως αυτό εξηγεί γιατί οι πίνακες του Ιακωβίδη, ιδιαίτερα αυτοί που αφιέρωσε στα παιδιά, είναι τόσο δημοφιλείς.

H κυρία Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είναι ομότιμη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης.

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΤΟ ΒΗΜΑ

Posted in ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ | Tagged , | Σχολιάστε

Ανεξήγητη θλίψη

«Γράφεις ότι σε ταλαιπωρεί κάποια ακατανίκητη και ανεξήγητη θλίψη. Σωματικά είσαι υγιής, το σπίτι γεμάτο, αλλά η καρδιά άδεια. Για την ακρίβεια η καρδιά σου είναι γεμάτη από σκοτεινή θλίψη.

Ανεξήγητη θλίψη

Ανεξήγητη θλίψη

Πρόσεχε καλά γιατί αυτό είναι επικίνδυνη ασθένεια της ψυχής. Μπορεί να νεκρώσει πλήρως την ψυχή. Τέτοια θλίψη η εκκλησία μας την βλέπει ως θανάσιμο αμάρτημα. Αφού κατά τον λόγο του αποστόλου υπάρχουν δύο είδη θλίψης: «Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται• η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται» (Β΄ Κορινθ. 7,10). Εσύ οφθαλμοφανώς υποφέρεις από το δεύτερο είδος θλίψης.
Η κατά Θεόν θλίψη κυριεύει τον άνθρωπο όταν ο άνθρωπος θυμάται τις αμαρτίες του, μετανοεί και τις αποθέτει στον Θεό. Ή όταν κάποιος θλίβεται για τις αμαρτίες των άλλων ανθρώπων. Ή όταν κάποιος δείχνει ζήλο για την πίστη στον Θεό, αλλά βλέπει με θλίψη την αποχώρηση των ανθρώπων από την πίστη. Τέτοια θλίψη ο Θεός την μετατρέπει σε χαρά. Όπως περιγράφει ο Παύλος, οι απόστολοι και όλοι οι αληθινοί δούλοι του Χριστού είναι «ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες» (Β΄ Κορινθ. 6,10). Χαίρονται γιατί αισθάνονται τη δύναμη και την εγγύτητα του Θεού. Και λαμβάνουν παρηγοριά από τον Θεό. Έτσι και ο ψαλμωδός λέει: «Θυμήσου τον Θεό και χαίρε». Η αγία θλίψη μοιάζει με τα σύννεφα, μέσα από τα οποία λάμπει το φως της παρηγοριάς.
Ενώ η δική σου θλίψη μοιάζει σαν έκλειψη ηλίου. Μάλλον θα είχες πολλά μικρά αδικήματα και αμαρτίες, τα οποία θεωρούσες ασήμαντα, και έτσι δεν εξομολογήθηκες και για τα οποία δεν μετανόησες. Σαν αράχνη, που πολλά χρόνια είναι στα μάτια, τώρα απλώθηκε γύρω από την καρδιά σου, και έφτιαξε φωλιά γι’αυτήν τη μεγάλη θλίψη, την οποία οι κακές δαιμονικές δυνάμεις κακοεργώς στηρίζουν μέσα σου.

nea moni12Γι’αυτό ξαναδές ολόκληρη τη ζωή σου, κάνε μια ενδελεχή ενδοσκόπηση του εαυτού σου, και εξομολογήσου τα πάντα. Με την εξομολόγηση θα καθαρίσεις τον οίκο της ψυχής σου και θα τον αερίσεις. Και θα εισέλθει μέσα σου ο φρέσκος και καθαρός αέρας του Πνεύματος του Θεού. Αμέσως μετά ξεκίνα να πράττεις πάντα το καλό. Ξεκίνησε με το να δίνεις ελεημοσύνη εν ονόματι του Χριστού. Θυμήσου: του Χριστού. Ο Χριστός θα το δει αυτό και γρήγορα θα σε ανταμείψει με τη δωρεά της χαράς. Θα σου δωρίσει ανείπωτη χαρά, την οποία μόνον Αυτός χορηγεί, και την οποία καμία θλίψη, ούτε βάσανο, ούτε δαιμονική δύναμη δεν μπορεί να συσκοτίσει. Διάβαζε το ψαλτήρι. Αυτό αποτελεί βιβλίο για θλιμμένες ψυχές, βιβλίο παρηγοριάς.
Είθε ο Κύριος σύντομα να σε ανανήψει.

[Επιστολή του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ο οποίος υπήρξε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και θεολόγος. Έζησε από το 1881 μέχρι το 1956. Το Μάιο του 2003, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σερβίας τον διεκήρυξε Άγιο και τον ενέταξε στο Αγιολόγιό της στις 18 Μαρτίου (Κοίμηση) και στις 3 Μαΐου (Μεταφορά Λειψάνων). ]

Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , | Σχολιάστε

Χρόνος καὶ ζωὴ

Χρόνος καὶ ζωὴ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο
του Γεωργίου Μαντζαρίδη
Ὁ Μ. Βασίλειος ἔζησε καὶ παρουσίασε στὰ συγγράμματά του μὲ τὸν διεισδυτικότερο τρόπο τὴ σχέση χρόνου καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ ἀντίστοιχη διδασκαλία του, ποὺ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ μεταγενέστερη θεολογία καὶ διανόηση, παραμένει ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη καὶ σήμερα. Βέβαια ὁ μεγάλος αὐτὸς ἱεράρχης τῆς Καππαδοκίας δὲν ἔγραψε κανένα συστηματικὸ ἔργο γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἑρμηνεύοντας ὅμως τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὴν «Ἑξαήμερο» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούοντας τὴν αἵρεση τοῦ Εὐνομίου σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρθηκε πολλὲς φορὲς στὸν χρόνο καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν θέματα.Συνήθως διακρίνουμε τὸν χρόνο σὲ τρία μέρη: στὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον.
Ἡ τριμερὴς ὅμως αὐτὴ διάκριση δὲν φαίνεται νὰ ἔχει κάποια ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση. Πράγματι, ἂν θελήσουμε νὰ προσδιορίσουμε ἀντικειμενικῶς τὸ παρόν, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία διαχωριστικὴ τομὴ ἀνάμεσα στὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἔτσι ἡ τριμερὴς διάκριση τοῦ χρόνου γίνεται αὐτομάτως διμερής. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης μιλάει γιὰ δύο μόνο διαστάσεις τοῦ χρόνου, τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον: «Τοῦ χρόνου», λέει, «τὰ μὲν γέγονε, τὰ δὲ μέλλει… τὸ δὲ νῦν οὐ μέρος· μετρεῖ τε γὰρ τὸ μέρος, καὶ συγκεῖσθαι δεῖ τὸ ὅλον ἐκ τῶν μερῶν· ὁ δὲ χρόνος οὐ δοκεῖ συγκεῖσθαι ἐκ τῶν νῦν» (1).
Βέβαια ἡ θέση αὐτὴ φαίνεται καθαρῶς θεωρητική, γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει πραγματικὸς χρόνος χωρὶς τὸ νῦν, δηλαδὴ τὸ παρόν. Καὶ ὅμως τὸ παρὸν δὲν μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς χρονικὴ διάρκεια, γιατί σὲ μία τέτοια περίπτωση πρέπει ἀναπόφευκτα νὰ ἔχει καὶ παρελθὸν καὶ μέλλον. Γι’ αὐτὸ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ παρὸν δὲν εἶναι χρόνος, ἀλλὰ ἡ ἀπειροστὴ ἢ ἡ ἄτμητη ἐκείνη στιγμή, μὲ τὴν ὁποία διαχωρίζεται τὸ παρελθὸν ἀπὸ τὸ μέλλον. Καὶ ἡ στιγμὴ αὐτὴ τοῦ παρόντος, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἡ μόνη ὑπαρκτή, γίνεται ἀσύλληπτη, γιατί αὐτόματα ὑποχωρεῖ στὸ παρελθόν.
 Καὶ ἐνῶ τὸ παρὸν ἀποτελεῖ μία ἀσύλληπτη καὶ φευγαλέα στιγμή, οὔτε τὸ παρελθὸν οὔτε τὸ μέλλον ἀνήκουν στὸν ἄνθρωπο. Τὸ παρελθὸν εἶναι χαμένο, ἐνῶ τὸ μέλλον δὲν βρίσκεται στὴ διάθεσή μας. «Ἤ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος», λέει ὁ Μ. Βασίλειος, «οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν ἢ γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν» (2); Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν ζεῖ τὸν χρόνο ὡς μεμονωμένες στιγμὲς ἀλλὰ ὡς εὐρύτερη διάρκεια, ποὺ συνιστᾶ τὸ ἑκάστοτε παρόν του καὶ ἀγκαλιάζει τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Μὲ τὴ μνήμη καὶ τὴν προσδοκία ὑπερβαίνει τὴν κάθε στιγμὴ καὶ ζεῖ τὸ παρὸν ὡς σύνθεση καὶ ὑπέρβαση τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἔτσι τὸ παρὸν τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς παρουσιάζεται ὡς ὑπέρβαση τοῦ χρόνου καὶ παραπέμπει στὴν αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μυθολογία προσέδιδε στὸν χρόνο ὑπερβατικὲς διαστάσεις καὶ τὸν ἔβλεπε προσωποποιημένο στὸν θεὸ Κρόνο, ποὺ ἐξαφάνιζε τὰ παιδιά του.
aivasilis
Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο ὁ χρόνος εἶναι τὸ «συμπαρεκτεινόμενον τῇ συστάσει τοῦ κόσμου διάστημα» (3). Τὸ διάστημα ἐδῶ εἶναι χρονικὴ ἔννοια μὲ ποιοτικὴ ἢ ἀκριβέστερα ἠθικὴ σημασία. Δηλώνει τὴν περίοδο τῆς παρούσας ζωῆς σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴν μέλλουσα· τὴν περίοδο τῆς τρεπτότητας καὶ τοῦ κινδύνου σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴ σταθερότητα καὶ τὴν ἀσφάλεια τῆς αἰωνιότητας.
 Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο εἶναι ἡ μόνη περίοδος προετοιμασίας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητα(4). Ἔτσι ὁ χρόνος γίνεται «καιρός», δηλαδὴ εὐκαιρία γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς αἰωνιότητας, ἤ, ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «τόπος» συναντήσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν αἰωνιότητά του.
 Ὁ χρόνος συνδέεται ὀργανικὰ μὲ τὸν χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς αὐτόν. Ἡ δημιουργία τους ὑπῆρξε ἀκαριαία. Τόσο δηλαδὴ ὁ χρόνος, ὅσο καὶ ὁ χῶρος δημιουργήθηκαν ἀχρόνως μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ Μ. Βασίλειος καὶ τὸ «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (5). Ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ δρόμου, παρατηρεῖ, δὲν εἶναι ἀκόμα δρόμος, καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ σπιτιοῦ δὲν εἶναι σπίτι, ἔτσι καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ χρόνου δὲν εἶναι χρόνος οὔτε μέρος τοῦ χρόνου. Σὲ περίπτωση ποὺ θὰ ὑποστηρίξει κάποιος ὅτι καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι χρόνος, πρέπει νὰ μπορέσει νὰ διαιρέσει καὶ αὐτὴν σὲ ἀρχή, μέσο καὶ τέλος, πράγμα ποὺ εἶναι ἀδύνατο (6).
Στὴν εὐθύγραμμη πορεία του ὁ χρόνος περιέχει ἀκατάπαυστους χρονικοὺς κύκλους, ποὺ ἐξεικονίζουν τὴν αἰωνιότητα. Ἔτσι ἡ ροὴ τοῦ χρόνου προσλαμβάνει σπειροειδῆ μορφή, ποὺ παραπέμπει στὴν αἰωνιότητα. Ἐξάλλου ἡ πορεία τοῦ χρόνου εἶναι συμφυὴς μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Τὰ συνοδεύει διαρκῶς, χωρὶς ποτὲ νὰ διακόπτεται.
 Ὁ χρόνος συνυφαίνεται μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴν κατευθύνει στὸν θάνατο. Ὅπως οἱ ἐπιβάτες τοῦ πλοίου ὁδηγοῦνται στὸ λιμάνι, ἔστω καὶ ἂν κοιμοῦνται καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται τίποτε, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ὁδηγοῦνται φυσιολογικὰ στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους.
«Κοιμᾶσαι καὶ ὁ χρόνος σὲ παρατρέχει. Εἶσαι ξυπνητὸς καὶ ἔχεις φροντίδες, ἀλλὰ ἡ ζωὴ δαπανᾶται, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ δὲν γίνεται ἀντιληπτό. Ὅλοι τρέχουμε κάποιον δρόμο, σπεύδοντας ὁ καθένας πρὸς τὸ τέλος… Ὅλα περνοῦν καὶ μένουν πίσω σου… Τέτοια εἶναι ἡ ζωή. Οὔτε οἱ χαρὲς της εἶναι μόνιμες οὔτε οἱ λύπες της διαρκεῖς. Καὶ ὁ δρόμος δὲν εἶναι δικός σου, οὔτε τὰ παρόντα δικά σου» (7).
Ἡ ἡλικία τοῦ καθενὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του ποὺ πέρασε καὶ χάθηκε. Χαιρόμαστε, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, ποὺ μεγαλώνουμε καὶ προσθέτουμε χρόνια στὴν ἡλικία μας, σὰν κάτι νὰ κερδίζουμε. Καὶ θεωροῦμε εὐχάριστο πράγμα, ὅταν κάποιος ἀπὸ παιδὶ γίνεται ἄνδρας καὶ ἀπὸ ἄνδρας πρεσβύτης. Λησμονοῦμε ὅμως ὅτι κάθε φορὰ χάνουμε ἀπὸ τὴ ζωὴ μας τόσο, ὅσο ἀκριβῶς ζήσαμε· καὶ δὲν ἔχουμε τὴν αἴσθηση ὅτι δαπανᾶται ἡ ζωή μας, μολονότι τὴν μετροῦμε πάντοτε μὲ βάση τὸ μέρος της ποὺ πέρασε καὶ χάθηκε.
st-basi-the-greatὉ ἄνθρωπος, χωρὶς συνήθως νὰ σκέπτεται τὴν ἀδυσώπητη παρουσία τοῦ χρόνου, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ὕπαρξή του, ἢ ἀκόμα τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἀντικειμενοποιεῖ. Ὁ καθένας π.χ. μιλάει γιὰ τὴν προσκαιρότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἐννοεῖ ὡς ἀντικειμενικὴ διαπίστωση ποὺ δὲν συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸν ἑαυτό του. Εὔκολα συλλογίζεται ὅτι μπορεῖ τὸ περιβάλλον του νὰ μεταβληθεῖ ἢ οἱ ἄλλοι νὰ πάψουν κάποτε νὰ ὑπάρχουν, σπάνια ὅμως σκέφτεται ὅτι αὐτὸ θὰ συμβεῖ ὁπωσδήποτε καὶ στὸν ἴδιο. Συνηθίζει νὰ λέει ὅτι ὅλα περνοῦν καὶ χάνονται, ἀλλὰ θεωρεῖ σχεδὸν αὐτονόητο ὅτι αὐτὸς θὰ ὑπάρχει, γιὰ νὰ διαπιστώνει τὴ φθορὰ καὶ τὴν παρέλευσή τους.
 Ἡ ἀντικειμενοποίηση δημιουργεῖ συχνὰ σοβαρὲς πλάνες. Εἰδικότερα ἡ ἀντικειμενοποίηση τοῦ χρόνου ἀλλοιώνει τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ ὀδηγεῖ στὴ σύγχυση καὶ τὴν αὐταπάτη. Ὁ χρόνος δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο μιὰν ἁπλὴ ἀντικειμενικὴ διαδικασία, ἀλλὰ βαθύτατη ὑπαρξιακὴ πραγματικότητα. Ἄλλωστε ὁ χρόνος δὲν ἀφορᾶ τόσο τὰ ἀντικείμενα, ὅσο τὴν προσωπική μας ὕπαρξη. Γι’ αὐτὸ μόνο ἡ ὑπαρξιακὴ βίωσή του ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀπάτη ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀντικειμενοποίησή του. Καὶ ἡ ὀρθὴ τοποθέτηση μέσα στὸν χρόνο ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ὀρθὴ ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς καὶ τὴ σωστὴ δράση μέσα στὸν κόσμο.

Ἄλλη βασικὴ πλάνη, ποὺ ἀναφέρεται στὸν τρόπο βιώσεως τοῦ χρόνου, εἶναι ἡ ἀκόλουθη:  Ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ συνήθως τὸ νόημα τῆς ζωῆς του μέσα στὸ παρὸν καὶ τὸ ἀναζητεῖ στὸ διαρκῶς προσδοκώμενο μέλλον. Ἀνικανοποίητος ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχει στὸ παρόν, φροντίζει νὰ τραφεῖ μὲ τὶς ἐλπίδες τοῦ μέλλοντος. «Τοιοῦτος γὰρ ὑπάρχει ὅλος ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος μὴ ἀρκούμενος τοῖς φθάσασιν, ἀλλὰ τρεφόμενος οὐ τοῖς φθάσασι μᾶλλον ἀλλὰ τοῖς μέλλουσιν» (9). Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος δρᾶ καὶ κινεῖται μέσα στὸν κόσμο, σὰν νὰ ἐπρόκειτο νὰ ζεῖ αἰώνια. Καὶ συνήθως συμπληρώνει ὁλόκληρη τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ μένοντας στὸ στάδιο τῆς προπαρασκευῆς τοῦ μέλλοντος.

 Ἔτσι τὸ μέλλον γίνεται δυνάστης τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τὸ παρὸν μεταβάλλεται σὲ ἁπλὸ μέσο γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῶν μελλοντικῶν στόχων καὶ ἐπιδιώξεών του· ἀντιμετωπίζεται ὡς ἁπλὴ γέφυρα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ μέλλον. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνο ποὺ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι τὸ μέλλον ἀλλὰ τὸ παρόν, συμβαίνει νὰ κινεῖται διαρκῶς ἐπάνω στὴ γέφυρα, χωρὶς ποτὲ νὰ φτάνει στὸν σκοπό του.
Τὸ φαινόμενο αὐτὸ προσέλαβε ὀξύτερη μορφὴ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα μὲ τὴν ἁλματώδη ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης καὶ ἰδιαίτερα τῆς πληροφορικῆς. Ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ κοσμογονικὲς ἐξελίξεις, ποὺ ὑπερβάλλουν τὴ φαντασία του καὶ ἐντείνουν περισσότερο τὶς προσδοκίες του ἀπὸ τὸ μέλλον. Ἕνας παγκόσμιος ἐπικοινωνιακὸς ἱστός, μὲ ἀπεριόριστη εὐλυγισία μέσα στὸν χῶρο, διευκολύνει τὶς ἐπικοινωνίες καὶ τὶς συναλλαγές του, ἐνῶ ταυτόχρονα φαλκιδεύει τὴν ψυχικὴ ἠρεμία καὶ τὴν προσωπικὴ ζωή του. Ἤδη γίνεται λόγος γιὰ μία νέα ἀσθένεια, τὸ σύνδρομο τῆς πληροφοριακῆς κοπώσεως, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερφόρτωση τοῦ νοῦ μὲ πληροφορίες. Καὶ ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος φορτώνεται μὲ πληροφορίες, φτωχαίνει σὲ πραγματικὴ μόρφωση, αὐξάνει τὸ ἄγχος του καὶ περιορίζει τὶς ἱκανότητές του γιὰ αὐτοσυγκέντρωση, ἀπομνημόνευση καὶ λήψη ἀποφάσεων (9).
Ὅσα ἀναφέραμε ἕως ἐδῶ γιὰ τὸν χρόνο καὶ τὴ ζωὴ μας μέσα σὲ αὐτὸν ἀποκαλύπτουν μία σειρὰ ἀντιφάσεων:

α) Ἡ ζωὴ μας μέσα στὸν χρόνο, ἐνῶ κυριαρχεῖται ἀπὸ αὐτόν, φανερώνει συγχρόνως καὶ τὴ δυνατότητα τῆς ὑπερβάσεώς του.
β) Ὁ χρόνος ποὺ ζοῦμε, ἐνῶ παρουσιάζεται ὡς μετρητὴς τῆς ζωῆς μας, εἶναι ταυτόχρονα καὶ μετρητὴς τοῦ ἀφανισμοῦ μας.
γ) Ἐνῶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ χρόνος εἶναι καὶ μετρητὴς τοῦ ἀφανισμοῦ μας, ἀποφεύγουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τὶς συνέπειές του στὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς διακρίνουμε στοὺς ἄλλους ἢ στὸ περιβάλλον μας, ὅπου διαπιστώνουμε τὴν ἀντικειμενικὴ καὶ πάλι ἐπαλήθευσή τους.
δ) Τέλος, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ ζοῦμε πάντοτε εἶναι τὸ παρόν, καλλιεργοῦμε συνειδητὰ μία χρονικὴ ἀνεστιότητα, μεταθέτοντας τὸ ἐκάστοτε ἐνδιαφέρον μας στὸ μέλλον, ποὺ ἄρχισε νὰ γίνεται χαοτικό.

Ὁ Μ. Βασίλειος, ὡς ἑρμηνευτὴς τῆς χριστιανικῆς θεωρήσεως τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἐπισημαίνει τὶς ἀντιφάσεις αὐτές, μᾶς ἀποκαλύπτει μία νέα προοπτική, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ δημιουργικὴ σύνθεση καὶ ὑπέρβασή τους. Τὴ νέα αὐτὴ προοπτική, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ δημιουργήσει ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἢ γενικότερα ἡ ἀνθρώπινη σκέψη, τὴν προσφέρει σὲ αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία· ἡ Ἐκκλησία ὄχι ὡς ἐγκόσμια κοινωνικὴ πραγματικότητα, ἀλλὰ ὡς σῶμα Χριστοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (10)· ὡς σῶμα αὐτοῦ, ποὺ συνθέτει τὶς διαστάσεις τοῦ χρόνου καὶ τὶς προσλαμβάνει ὡς πρόσωπο στὸ αἰώνιο «νῦν» τῆς παρουσίας του (11). Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ μνήμη τοῦ παρελθόντος γίνεται μνήμη ἐν Χριστῷ. Καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος γίνεται ἐλπίδα ἐν Χριστῷ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ ὡς μέλους τῆς Ἐκκλησίας τρέφεται μὲ τὴ μνήμη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία εἰσάγει μέσα στὸν κόσμο τὴν αἰωνιότητα καὶ ἐπεκτείνεται πρὸς αὐτήν. Οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, παρατηρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, μεταφέρουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου «ἀπὸ τῶν παρόντων ἐπὶ τὰ μέλλοντα». Ἔτσι π.χ., συνεχίζει ὁ ἴδιος ἱεράρχης, μὲ κάθε γονυκλισία καὶ ἀνόρθωσή του ὁ πιστὸς μαρτυρεῖ ἐμπράκτως «ὅτι διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰς γῆν κατερρύημεν, καὶ διὰ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς εἰς οὐρανὸν ἀνεκλήθημεν» (12). Ἡ ἁπλὴ καὶ ἐκφραστικὴ αὐτὴ ἐκδήλωση τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς δίνει στὸν Μ. Βασίλειο τὴν ἀφορμὴ νὰ μνημονεύσει τὶς νέες διαστάσεις, μέσα στὶς ὁποῖες ἐκδιπλώνεται ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ὡς δυνάμεως ποὺ ἀνυψώνει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, διαπιστώνει ὁ ἄνθρωπος νέους ὁρίζοντες μέσα στὸν εὐθύγραμμο χρόνο τῆς ἱστορίας. Τὸ αἰώνιο, ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο, συναντᾶται σταυρικὰ μὲ τὸν εὐθύγραμμο ἱστορικὸ χρόνο.
 Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τοῦ κάθε ἀνθρώπου προσλαμβάνει ἀπεριόριστη εὐρύτητα ἢ ἀπεριόριστο βάθος, καὶ προσφέρεται ὡς δυνατότητα κοινωνίας μὲ τὸ αἰώνιο καὶ ὑπερβατικό. Τὸ αἰώνιο προσφέρεται καὶ γίνεται μεθεκτὸ μέσα στὸν χρόνο. Καὶ ὁ χρόνος γίνεται χῶρος συναντήσεως μὲ τὸ αἰώνιο· χῶρος βιώσεως τοῦ ἐσχάτου.
Τέλος τὸ νόημα τοῦ χρόνου δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία φευγαλέα καὶ μὴ ἀντιστρεπτὴ ροή, ἀλλὰ βρίσκεται στὴ δυνατότητα ποὺ παρέχει στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνταχθεῖ στὴν αἰωνιότητα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ τὸ νόημα τῆς ἱστορίας γιὰ τὴν Ἐκκλησία βρίσκεται στὸ ἀπεριόριστο βάθος ποὺ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο ἡ κάθε στιγμή της, καὶ ὄχι στὶς ἐξωτερικὲς ἐναλλαγὲς ποὺ δημιουργοῦνται μέσα στὴ χρονικὴ ροή. Τὸ μῆκος τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας ἀποκτᾶ ἀξία μόνο κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀξιοποιήσεως τοῦ βάθους τους. Καὶ τὸ βάθος τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας προσφέρει τὴ μόνη οὐσιαστικὴ δικαίωση τοῦ μήκους τους.
Ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ ἀνθρώπου στὸν μονοδιάστατο χρόνο ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴ διάψευση καὶ τὴν ἀπογοήτευση. Ἡ ἱστορία τῶν πολιτισμῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἱστορία διαψεύσεων. Καὶ ὁ λεγόμενος χριστιανικὸς πολιτισμός, ὡς ἀνθρώπινη δημιουργία μέσα στὸν εὐθύγραμμο χρόνο τῆς ἱστορίας, εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπόκειται στὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς διαψεύσεως. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ προσφέρει ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ διέξοδος ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ ἀδιέξοδο· εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν ἄσκοπη χρονικὴ ροὴ καὶ περιδίνηση στὴν πληρότητα τῆς θείας ἀγάπης καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ παρέχεται σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, βιώνεται ἐμπειρικὰ μέσα στὸ σῶμα του, τὴν Ἐκκλησία.
Καθετὶ ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν κόσμο εἶναι σχετικό. Ἰδιαίτερα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μὲ τὰ διηπειρωτικὰ καὶ τὰ διαστημικὰ ταξίδια ἀποκτᾶ ἄμεση ἐμπειρία τῆς σχετικότητας τῶν διακρίσεων καὶ τῶν ἀντιθέσεων μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο, ὅπως αὐτὲς π.χ. ποὺ ὑπάρχουν ἀνάμεσα στὴν ἠρεμία καὶ τὴν κίνηση, στὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος, στὸ ἐπάνω καὶ τὸ κάτω, στὴ νύκτα καὶ τὴν ἡμέρα. Ἀκόμα καὶ ἡ διάκριση μεταξὺ παρελθόντος, παρόντος καὶ μέλλοντος εἶναι κατὰ τὸν Ἀϊνστάιν μία ἐπίμονη ψευδαίσθηση, γιατί ὅσο πιὸ γρήγορα μετακινεῖται κανείς, τόσο πιὸ ἀργὰ περνάει ὁ χρόνος: πέντε χρόνια μέσα σὲ ἕνα διαστημόπλοιο ποὺ ταξιδεύει μὲ τὸ 90% τῆς ταχύτητας τοῦ φωτὸς (300 χιλιόμετρα τὸ δευτερόλεπτο) ἀντιστοιχοῦν σὲ τριανταέξι χρόνια στὴ γῆ. Ἂν τὸ διαστημόπλοιο ἐπέστρεφε, οἱ ἐπιβάτες του θὰ εἶχαν ταξιδέψει τριάντα ἕνα χρόνια στὸ μέλλον, ἀλλὰ θὰ εἶχαν γεράσει μόνο πέντε χρόνια (13). Τὸ παρὸν τῶν ἐπιβατῶν αὐτῶν θὰ ἦταν γιὰ τοὺς ἄλλους ἕνα μακρινὸ μέλλον, ποὺ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ προλάβαιναν νὰ τὸ ζήσουν. Τέλος καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ φοβερὴ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοποθετεῖται σὲ ἄλλη προοπτική.
Ἡ ζωή, καὶ ὡς βιολογικὸ ἀκόμα φαινόμενο, ἀποτελεῖ ἐξαίρεση μέσα στὸν κανόνα τῆς χρονικῆς ροῆς. Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὁ χρόνος αὐξάνει τὴν ἐντροπία τοῦ κόσμου καὶ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν ἀταξία καὶ τὴν ἀποδιοργάνωση μὲ ἔσχατη ἀπόληξη τὸν λεγόμενο θερμικὸ θάνατο. Ἐξαίρεση στὸν κανόνα αὐτὸν ἀποτελεῖ τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς. Ἡ ζωή, ἐνῶ κινεῖται μὲ τὴ φορὰ τοῦ χρόνου, ὑπερινικᾶ τὴ νομοτέλειά του καὶ ἀντιστρέφει τὴν πορεία τῆς ἐντροπίας μὲ τὴ δημιουργία τάξεως μέσα στὴν ἀταξία καὶ τὴν ἔκπτωση. Παράλληλα ὅμως ὅλοι οἱ ζωντανοὶ ὀργανισμοὶ ὑποτάσσονται στὴ δύναμη τοῦ χρόνου καὶ ὑποκύπτουν τελικὰ στὸν βιολογικὸ θάνατο. Ἡ ζωὴ παρουσιάζεται ὡς διαδικασία θανάτου. Ἀλλὰ καὶ ὁ θάνατος ἐμφανίζεται ὡς ἀπόληξη τῆς ζωῆς.
Ὁ θάνατος καὶ ὡς βιολογικὸ ἀκόμα φαινόμενο ἀποτελεῖ τὴν τελευταία φάση τῆς ζωῆς. Αὐτὸ ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν θάνατο ὡς ὑπαρξιακὸ βίωμα. Ἂν ὅμως ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν τελευταία φάση τῆς ζωῆς, τότε καὶ ἡ ζωὴ ἀποκτᾶ τὸ πλῆρες νόημά της μόνο μὲ τὴ συμπερίληψη τοῦ θανάτου. Ὅταν τὸ νόημα τῆς ζωῆς διατυπώνεται χωρὶς νὰ συμπεριλαμβάνεται ὁ θάνατος, εἶναι ἄτοπο, γιατί ὁ θάνατος, ὡς τελευταία φάση τῆς ζωῆς, καταλύει ὅλο τὸ προηγούμενο νόημά της. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται, ὅταν κατορθώνει νὰ χωρέσει στὴ ζωή του καὶ τὸν θάνατο. Ἐδῶ ἔγκειται καὶ ἡ σπουδαιότητα τῆς μελέτης τοῦ θανάτου, ποὺ προβάλλεται ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἂν ἡ βιολογικὴ ζωὴ ἐκδιπλώνεται ὡς πάλη μὲ τὸν χρόνο, ποὺ τελικῶς τὴν ἀφανίζει, ἡ πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ προβάλλει ὡς νίκη ἐναντίον τοῦ χρόνου καὶ ἔνταξη στὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἔνταξη στὴν αἰωνιότητα συνδέεται μὲ μία νέα τοποθέτηση καὶ δραστηριοποίηση μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ καὶ στὴ ζωὴ τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως καὶ γενικότερα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους τους, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ προβλήματά τους, ἡ ἄσκηση τοῦ φιλανθρωπικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ πνευματικοὺ ἔργου τους, καὶ γενικότερα ἡ ὅλη παρουσία καὶ δραστηριότητά τους, δὲν ἦταν προϊόντα κοινωνικῆς συμβατικότητας, ἀλλὰ συνέπειες τῆς τοποθετήσεως καὶ τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς ζωῆς τους ὡς ἀληθινῶν Χριστιανῶν. Ἡ ἀποξένωσή τους ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἡ ταυτόχρονη ἐπανένταξή τους σὲ αὐτόν, ὡς ἀπώλεια ποὺ ἀντιστοιχεῖ μὲ εὕρεση, ὡς ἀλλοτρίωση ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀνάκτηση, τοὺς ἀνέδειξε πραγματικοὺς φωστῆρες τῆς οἰκουμένης· τοὺς ἀπέδειξε Χριστιανοὺς ὄχι «ὀνόματι», ἀλλὰ «πράγματι».
 Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποδέχεται τὴν ἀλλοτρίωσή του ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλοτριώνει τὴ ζωή του, ἀλλοτριώνει τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, καὶ ἐντάσσεται σὲ μία νέα πορεία ζωῆς. Ἡ νέα αὐτὴ πορεία εἶναι ἡ πορεία τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν χρόνο τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ποὺ συμπυκνώνεται στὸν λειτουργικὸ χρόνο, ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο «εἰς οἰκείωσιν Θεοῦ ἀπὸ τῆς διὰ τὴν παρακοὴν γενομένης ἀλλοτριώσεως» (14).
Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ, διατηρεῖ τὸ νόημα καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴ μνήμη αὐτὴ παραμένει προσηλωμένος καὶ στὴ δική του θεοειδῆ μορφή, ποὺ ἀμαυρώθηκε μὲ τὴν ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀθέτηση τοῦ θείου θελήματος. Εἰδικότερα βέβαια γιὰ τὸν Χριστιανὸ ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ συγκεκριμενοποιεῖται μὲ τὴ μνήμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἀνακαινιστικοῦ του ἔργου. Καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς μνήμης τοῦ Χριστοῦ συμπυκνώνεται στὴ θεία Εὐχαριστία. Τὸ μυστήριο αὐτό, ὡς μυστήριο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, εἶναι μυστήριο τῆς ἀληθινῆς μνήμης του· μνήμης ποὺ δὲν ἐπιστρέφει μόνο στὸ παρελθόν, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ πρὸς τὸ μέλλον· μνήμης ποὺ ὑπερβαίνει τελικὰ τὸν χρόνο καὶ προσλαμβάνεται στὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν ἀϊδιότητα τῆς θείας ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας συνδέεται μὲ τὴ μεγαλύτερη συμπύκνωση τοῦ χρόνου μέσα στὸ πλαίσιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Ἡ συμπύκνωση αὐτὴ τοῦ χρόνου ἐκφράζεται σαφέστατα στὴ θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴ Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. Καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ λειτουργικὴ μνήμη δὲν ἀναφέρεται μόνο στὸ παρελθὸν ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον. Δὲν παρουσιάζεται ὡς ἀνάμνηση αὐτῶν ποὺ ἔγιναν στὸν χαμένο, ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία πάντοτε κερδισμένο χρόνο, ἀλλὰ καὶ ὡς πρόγευση αὐτῶν ποὺ ἀναμένονται νὰ συμβοῦν. «Μεμνημένοι οὖν, Δέσποτα, καὶ ἡμεῖς τῶν σωτηρίων αὐτοῦ παθημάτων, τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ, τῆς τριημέρου ταφῆς, τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνόδου, τῆς ἐκ δεξιῶν σοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καθέδρας, καὶ τῆς ἐνδόξου καὶ φοβερᾶς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας».

Μὲ τὴ λειτουργικὴ αὐτὴ συμπύκνωση τοῦ χρόνου δὲν προσφέρεται κάποια συναισθηματικὴ λύτρωση τῶν πιστῶν ἀπὸ τὸ δεσμευτικὸ ἐπίπεδο τῶν αἰσθητῶν, ἀλλὰ ἡ ὑπαρξιακή τους ἀνακαίνιση μὲ ἀναφορὰ στὴν ὑπερβατικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ ἡ ἀναγνώρισή του ὡς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας καθιστᾶ δυνατὴ τὴ σταυρικὴ ἢ συνθετικὴ αὐτὴ θεώρηση καὶ μεταμόρφωση τοῦ χρόνου.
Ὁ Μ. Βασίλειος, στυλοβάτης τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, γνώρισε καὶ ἔζησε στὸν ὑψηλότερο δυνατὸ βαθμὸ τὴν κοινοχρησία ὄχι μόνο τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ χρόνου. Ἔδωσε ὄχι μόνο τὰ ὑπάρχοντά του ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του στοὺς ἄλλους. Ὁ Χριστιανὸς δὲν ἀντιμετωπίζει τὸν χρόνο ὡς ἀτομική του ἰδιοκτησία, ἀλλὰ ὡς ἀγαθὸ γιὰ κοινὴ χρήση.
Ὅταν κρατᾶμε τὸν χρόνο μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, χωριζόμαστε ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Χωριζόμαστε ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μαζί μας, δίπλα μας. Ἔτσι περιορίζουμε τὸν δικό μας χρόνο καὶ τὴ δική μας ζωή. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται νὰ μοιραζόμαστε τὸν χρόνο μας μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ τὸν θυσιάζουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κοινωνοῦμε μαζί τους. Προσφέροντας τὸν χρόνο μας προσφέρουμε τὴ ζωή μας, χωρὶς νὰ παύουμε νὰ ζοῦμε οἱ ἴδιοι. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ζοῦμε διπλὰ τὸν χρόνο καὶ τὴ ζωή μας, γιατί ζοῦμε ταυτόχρονα στὸν χρόνο καὶ στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Σημειώσεις:

 1. Ἀριστοτέλους, Φυσικὰ 218α.
2. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἑξαήμερον 5, PG 29, 13B.
3. Μ. Βασιλείου, Κατὰ Εὐνομίου 1, 21, PG 29, 560B.
4. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ψαλμὸν 114, 5, PG 29, 492C. Πρβλ. καὶ Δ. Τσάμη, Ἡ πρωτολογία τοῦ Μ. Βασιλείου, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 32-33.
5. Γέν. 1, 1.
6. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἑξαήμερον 1, 6, PG 29, 16C-17A.
7. Βλ. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλία εἰς Ψαλμὸν 1, 4, PG 29, 220D-21A.
8. Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 42, 1, PG 32, 349.
9. Βλ. Ι. Γιανναράκη, «Ὁ παγκόσμιος ἐγκέφαλος τοῦ διαδικτύου», Οἰκονομικὸς Ταχυδρόμος, φ. 52 (2590), 25.12.2003, σ. 21.
10. Ἀποκ. 1, 4.
11. Βλ. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἠσαΐαν 119, PG 30, 312A.
12. Μ. Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 27, 66, PG 32, 192C.
13. Βλ. I. Piquer el Pais, «Τὸ παράδοξο σύμπαν τοῦ Ἀλβέρτου Ἀϊνστάιν». Ἐφημερίδα Καθημερινή, Κυριακὴ 22.12.2002.
14. Μ. Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 15, 35, PG 32, 128D
ΠΗΓΗ: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , | Σχολιάστε

Τhe new year 2017.

Ο Βασίλειος Καισαρείας , γνωστός και ως Μέγας Βασίλειος ή Άγιος Βασίλης, ήταν επίσκοπος στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. 

st-basi-the-great

Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου
δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
την φύσιν των όντων ετράνωσας,
τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ όσιε,
Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,
δωρήσθαι ημίν το μέγα έλεος.

pilio1

ΠΗΛΙΟ – ΕΛΛΑΔΑ

Posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Tagged | Σχολιάστε