Δεν υπάρχει ασυμφωνία στις θείες Γραφές

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός

Δεν υπάρχει ασυμφωνία στις θείες Γραφές

Γενικά, όποιος φωτίστηκε κάπως, όταν κατανοεί κάποια ανάγνωση ή ψαλμωδία, βρίσκει πάντοτε αφορμή για θεωρία και θεολογία, και ότι κάθε Γραφή επιβεβαιώνεται από άλλη Γραφή. Εκείνος όμως που έχει ακόμη αφώτιστο νου, νομίζει ότι οι Γραφές παρουσιάζουν διαφωνίες. Αυτό όμως δεν οφείλεται στις θείες Γραφές, μη γένοιτο. Γιατί άλλες από τις Γραφές επιβεβαιώνονται από άλλες, ενώ άλλες εξαρτώνται από τον καιρό που γράφτηκαν ή τα πρόσωπα, και γι’ αυτό κάθε λέξη της Γραφής είναι άμεμπτη. Ό,τι είναι έξω από αυτές τις περιπτώσεις, οφείλεται στην άγνοιά μας, και δεν πρέπει να κατηγορεί κανείς τις Γραφές, αλλά με όλη του τη δύναμη να τις τηρεί όπως είναι, και όχι βέβαια έτσι που θέλει αυτός.

Αυτό έκαναν οι ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι, οι όποιοι δεν καταδέχονταν να πούνε, «δεν γνωρίζω τι είναι», αλλά από υπερηφάνεια και αυταρέσκεια έψεγαν τις Γραφές και τη φύση των πραγμάτων και τις εννόησαν όπως ήθελαν και όχι κατά το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό πλανήθηκαν και ξέπεσαν σε κάθε κακία. Γιατί όποιος ζητεί να μάθει που σκοπεύει η Γραφή, δε θα υψώσει ποτέ δικό του νόημα, καλό ή κακό. Αλλά, όπως είπαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Χρυσόστομος, έχει για δάσκαλό του τη θεία Γραφή και όχι τα μαθήματα του κόσμου. Έτσι θα δέχεται ό,τι βάλει ο Θεός στην καθαρή καρδιά, χωρίς σκέψη, αν υπάρχει και η σύμφωνη μαρτυρία των θείων Γραφών, όπως λέει ο Μέγας Αντώνιος. Γιατί οι έννοιες που έρχονται αυτόματα στο νου εκείνων που ησυχάζουν κατά Θεόν, χωρίς σκέψη, είναι δεκτές, λέει ο άγιος Ισαάκ. Να ερευνά όμως κανείς και να σκέφτεται, είναι δικό του θέλημα και επιστήμη σωματική. Και μάλιστα αν βιάζει σαν κλέφτης τη Γραφή, για κάποια αλληγορία, λέει ο Χρυσόστομος, και δεν έρχεται από τη θύρα της ταπεινοφροσύνης, αλλά ανεβαίνει από αλλού(Ιω. 10,1). Δεν υπάρχει στη γη πιο ανόητος από εκείνον που βιάζει το σκοπό της Γραφής ή την κατηγορεί για να στηρίξει τη δική του γνώση, ή μάλλον αγνωσία. Και ποιά επιστήμη είναι αυτή, να μεταβάλλει κανείς το σκοπό της Γραφής όπως θέλει και να τολμά να παραλλάζει τις λέξεις; Επιστήμων είναι εκείνος που βλέπει απαρασάλευτες τις φράσεις και με τη σοφία του Πνεύματος κατορθώνει να βρει τα κρυμμένα μυστήρια, που μαρτυρούνται από τις θείες Γραφές.

Τέτοιοι προπαντός είναι οι τρεις μεγάλοι φωστήρες Βασίλειος, Χρυσόστομος και Γρηγόριος. Αυτοί βρίσκουν τη μαρτυρία ή από το ίδιο το ρητό, ή από άλλο ρητό της Γραφής. Έτσι, όποιος αντιλέγει, δεν έχει τι να πει. Γιατί δε φέρνουν μαρτυρία έξω από τη Γραφή, για να πει κανείς ότι είναι δικό τους νόημα, αλλά από το ίδιο το ρητό που έχουν υπόψη, ή από άλλη Γραφή, που μιλάει για το ίδιο ζήτημα. Και εύλογα. Επειδή είναι άξιοι, έχουν λάβει από το Άγιο Πνεύμα τη νόηση και το λόγο.

Κάθε πράγμα λοιπόν που δεν έχει μαρτυρία ότι είναι καλό, αλλά υπάρχει γι’ αυτό δισταγμός, δεν πρέπει κανείς να το κάνει, ούτε να συγκαταβαίνει με το λογισμό. Γιατί ποιά ανάγκη υπάρχει να αφήνει κανείς πράγμα φανερό που έχει μαρτυρία ότι είναι καλό και θεάρεστο, και να κάνει άλλο που δεν είναι σίγουρος αν είναι καλό ή όχι; Εκτός αν ενεργεί εμπαθώς. Αυτά γι’ αυτό το θέμα. ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

Advertisements
Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ + ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Patristic Texts) | Tagged , | Σχολιάστε

Ἡ μητρότητα ὡς διακονία τῆς γυναίκας!

Ἡ μητρότητα ὡς διακονία τῆς γυναίκας

Συνεπῶς ἡ ὑγεία στὸ τεράστιο σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὑγεία τοῦ κυττάρου τοῦ σώματος αὐτοῦ, τῆς οἰκογένειας. Μποροῦμε ἄραγε νὰ θεωρήσουμε τὴ σύγχρονη θέση της ὡς εὐτυχῆ; Λόγω του ὅτι ἡ γυναίκα γίνεται οἰκονομικὰ ἐντελῶς ἀνεξάρτητη, ἐργαζόμενη ὅπως ἐργάζεται κάθε ἄνδρας, πλήθυναν οἱ διαλύσεις τῶν οἰκογενειῶν, δηλαδὴ τὰ διαζύγια. Καὶ στὴν περίπτωση ποὺ δὲν ὑπάρχει διάλυση τῆς οἰκογένειας, ὅταν ἀναγκάζεται νὰ ἐργασθεῖ ἡ γυναίκα ἐκτὸς σπιτιοῦ, πάλι ὑποφέρει ἡ οἰκογένεια, ἐφόσον γιὰ τὰ παιδιὰ δὲν ὑπάρχει στὸ σπίτι πλέον οὐσιαστικὰ οὔτε πατέρας οὔτε μητέρα. Τὰ παιδιὰ μένουν ἀρκετὴ ὥρα μόνα τους ἢ ἀνατρέφονται ἀπὸ συγγενικὰ ἢ ξένα χέρια ἢ ἀνατίθενται σὲ σχολεῖα γιὰ τὴν ἀνατροφή τους. Βασικὰ ὅμως στεροῦνται τῆς μητρικῆς στοργῆς. Ἂν ἡ γυναίκα ἐργάζεται ἐξίσου μὲ τὸν ἄνδρα, τότε πάλι καταργεῖται ἡ δικαιοσύνη, ἐπειδὴ ἡ γυναίκα στὴν οἰκογένεια, παράλληλα μὲ τὴν ἐργασία, βαστάζει καὶ ἄλλα βάρη, ἐπιπρόσθετα καθήκοντα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ μητέρα τῶν παιδιῶν. Θὰ νόμιζε κάποιος ὅτι, ἐπειδὴ ἡ γυναίκα βαρύνεται ἀπὸ μεγαλύτερες εὐθύνες καὶ ἀσκεῖ πολυπλοκότερο ρόλο, σὲ αὐτὴν πρέπει νὰ ἀνήκει τὸ προνόμιο νὰ «κατευθύνει» τὴν οἰκογένεια. Ἀσφαλῶς κάποιος πρέπει νὰ κατευθύνει τὴν οἰκογένεια, ὅπως καὶ κάθε ἄλλο ἀνθρώπινο καθίδρυμα. Ἔτσι, σὲ πολλὲς οἰκογένειες ἀνακύπτει ἡ πάλη γιὰ ἐξουσία, ποὺ πολὺ συχνὰ γίνεται καταστροφικὴ γιὰ τὴν οἰκογένεια. Συνεπῶς, ὁπού καὶ ἂν στρέψουμε τὴν προσοχή μας, παντοῦ βλέπουμε ὑπερβολικὰ πολύπλοκα προβλήματα, καὶ δὲν πλησιάσαμε ἀκόμη στὴν ἐπίλυσή τους.

Ἔκανα τὶς λίγες αὐτὲς παρατηρήσεις, γιὰ νὰ δῶ τὰ πράγματα ἔτσι ὅπως τὰ βλέπει ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐμεῖς ὡς χριστιανοὶ βλέπουμε ἀκόμη καὶ ἐκεῖνα ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν προσέχουν. Θεωροῦμε ὅτι τὸ σπουδαιότερο θέμα γενικὰ γιὰ κάθε ἄνθρωπο εἶναι τὸ ἐρώτημα: Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ποιὸς εἶναι ὁ προορισμός του; Γιατί καὶ γιὰ ποιὸν λόγο ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο; Ποιὸς σκοπὸς ὑπάρχει μπροστά του; Ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του; Ἂν δὲν ἀπαντήσουμε στὰ ἐρωτήματα αὐτά, δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ λύσουμε τὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζουμε· οὔτε σὲ ἕνα ἐπίπεδο. Εἶναι ἀδύνατον γιὰ παράδειγμα νὰ ἐπιτύχουμε ἀληθινὰ δίκαια δομὴ τῆς κοινωνίας χωρὶς τὴ γνώση αὐτή. Δὲν μποροῦμε νὰ λύσουμε τὸ πρόβλημα τῆς κρατικῆς ὀργανώσεως, ἂν δὲν ἔχουμε ἀπάντηση στὸ κύριο αὐτὸ ἐρώτημα. Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας γράφεται μὲ ἄσκοπη περιδίνηση, παράλογους πολέμους, ἄδικη καταπίεση τοῦ ἰσχυροῦ ἐπάνω στὸν ἀσθενῆ, ὅπως βλέπουμε στὸν ζωικὸ κόσμο. Συνεπῶς, τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ τὴν παίρνουμε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή: «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ… ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς» (Γέν. 1,27). Καὶ λίγο πιὸ κάτω διαβάζουμε: «Ἐπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γής, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. 2,7).

Ἂν λοιπὸν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναίκα ὡς ἑνιαία ἀνθρωπότητα, τότε εἶναι φυσικὸ ὅτι τὸ θέμα τῆς σχέσεως μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἦταν καὶ θὰ εἶναι πάντοτε ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ζωτικὰ θέματα. Ἂν στρέψουμε τὴν προσοχή μας στὰ φυσικὰ χαρίσματα τῆς γυναίκας καὶ τὰ συγκρίνουμε μὲ τὰ ἀντίστοιχά τους στὸν ἄνδρα, θὰ δοῦμε ἀπὸ τὴν μακρόχρονη πείρα ὅτι τὰ χαρίσματα αὐτὰ εἶναι ποικίλα· κάποτε συμπίπτουν, ἐνῶ κάποτε γίνονται συμπληρωματικὰ τὸ ἕνα του ἄλλου. Γνωρίζουμε ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι στὴν Ἀνατολή, ὅπου γεννήθηκαν ὅλες οἱ μεγάλες θρησκεῖες, ἡ κυριότητα τοῦ ἄνδρα ἐπάνω στὴ γυναίκα ἦταν ὑπερβολικὰ ἰσχυρή. Ἡ γυναίκα στὴ συνείδηση τῆς Ἀνατολῆς ἦταν κατὰ κάποιον τρόπο κατώτερο ὄν. Ἀκόμη καὶ στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε παρόμοια χωρία, ὅπως γιὰ παράδειγμα: «Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἤσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικὼν καὶ παιδίων» (Μάτθ. 14,21). Ἐλάμβαναν ὑπ’ ὄψιν μόνο τοὺς ἄνδρες, ἐνῶ τὶς γυναῖκες οὔτε καν τὶς μετροῦσαν. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ βλέπουμε μόνο στὴν Ἀνατολή.

Ἔτυχε νὰ διαβάσω, ὅταν ἤμουν νέος, κάποιες στατιστικὲς ποὺ ἔκαναν μερικοὶ Γερμανοὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι γιὰ τὸν ρόλο τοῦ ἄνδρα καὶ τὸν ρόλο τῆς γυναίκας στὴν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ. Οἱ πολυμαθεῖς αὐτοὶ Γερμανοὶ παρουσίαζαν τὰ κατορθώματα τοῦ ἄνδρα ὡς ἄκρως σημαντικὰ (παρομοιάζοντας τὰ ὡς ὅρη ὑψηλά), ἐνῶ ἀπὸ τὰ κατορθώματα τῆς γυναίκας σημείωναν μόνο μερικὰ ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως γράφτηκαν στὴν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ.

Γεωργίου Ιακωβίδη

Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ παρεξήγηση αὐτὴ ἐμφανίστηκε ὡς συνέπεια τῆς ἀπώλειας τῆς συνειδήσεως ἐκείνης, ποὺ περιέχεται στὴ Γραφή: «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Θεοῦ… ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς» (Γέν. 1,27). Αὐτὸ τὸ ξεχνοῦν ὄχι μόνο οἱ ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιες οἱ γυναῖκες. Γιὰ νὰ διορθώσουμε λοιπὸν τὴ ζωή μας σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, ὀφείλουν οἱ γυναῖκες νὰ ἀνυψωθοῦν μὲ τὸ πνεῦμα καὶ νὰ φανερώσουν στὸν κόσμο τὴν αὐθεντικὴ ἀξία τους, τὸν ὑψηλὸ ρόλο τους. Γιὰ τὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία τὸ θέμα τοῦ ρόλου τῆς γυναίκας γίνεται κάθε χρόνο διαρκῶς ὀξύτερο.

Βλέπουμε ὅτι στὶς χῶρες ὅπου ὁ ἄθεος κομμουνισμὸς διεξάγει ἀνοικτὴ πάλη ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἐφαρμογὴ κάθε εἴδους ἐκβιασμῶν, διασώζει τὴν Ἐκκλησία ἡ ἀνδρεία τῶν γυναικών, ἡ αὐτοθυσία τους, ἡ ἑτοιμότητά τους γιὰ κάθε εἴδους παθήματα. Παντοῦ παρατηροῦμε ὅτι οἱ γυναῖκες στὶς Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν τὸ μεγαλύτερο ποσοστό. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι στὶς Ἐκκλησίες κατὰ τὶς ἀκολουθίες οἱ γυναῖκες συνιστοῦν τὴν πλειονότητα, κάποτε τὰ τρία τέταρτα, κάποτε ὅμως καὶ περισσότερο. Ἂν τώρα ὅλες οἱ γυναῖκες ἀποχωροῦσαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τότε αὐτὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, γιατί οἱ ἄνδρες ποὺ ἐκπληρώνουν ὑψηλὴ ποιμαντικὴ διακονία, κατέχοντας ὑψηλὲς ἱεραρχικὲς θέσεις, θὰ ἔμεναν ὀλιγάριθμοι καί, μὲ ἁπλὰ λόγια, θὰ ἦταν γι’ αὐτοὺς ἀπὸ ὑλικῆς πλευρᾶς ἀδύνατον νὰ διατηρήσουν τὴν Ἐκκλησία.

Συνεπῶς ὁ ρόλος τῆς γυναίκας στὴν Ἐκκλησία εἶναι μεγάλος, καὶ ὅλοι μας πρέπει νὰ σκεφτοῦμε τὸ φαινόμενο αὐτό. Στὴ χριστιανική μας διδασκαλία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, μιλώντας θεολογικά, ἡ γυναίκα παρουσιάζεται στὸ ἴδιο ἀκριβῶς μέτρο ὡς ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ ἄνδρας. Οἱ δυνατότητες τῆς διακονίας τῆς μέσα στὴν ἱστορία εἶναι ἀπεριόριστες. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος σαρκώθηκε ἀπὸ γυναίκα καταδεικνύει ὅτι ἡ γυναίκα δὲν εἶναι καθόλου μειωμένη ἐνώπιόν του Θεοῦ.

Ἐδῶ ὅμως θέλω νὰ ἐκφράσω τὸ βασικότερο νόημα τῆς ὁμιλίας μου. Ὅλα, ὅσα εἶπα μέχρι τὴ στιγμὴ αὐτή, ἦταν μόνο εἰσαγωγικά, γιὰ νὰ σταθοῦμε ὅλοι σὲ σαφῆ πορεία σκέψεως. Ἂν μιλᾶμε γιὰ τὴ μεγάλη σπουδαιότητα τῆς γυναίκας, τότε καὶ οἱ ἴδιες οἱ γυναῖκες ὀφείλουν νὰ δικαιώσουν τὴ σπουδαιότητά τους αὐτὴ νὰ δικαιώσουν τὸν ἑαυτό τους σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της ζωῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ οὐσιωδέστερο ὅμως γι’ αὐτὲς ἔργο, τὸ σπουδαιότερο λειτούργημά τους, εἶναι ἡ Μητρότητα: «Καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ζωή, ὅτι αὔτη μήτηρ πάντων τῶν ζώντων» (Γέν. 3,20). Γιὰ νὰ ἀνυψώσουν τὴν ἀνθρωπότητα οἱ γυναῖκες, πρέπει νὰ φέρνουν στὸν κόσμο παιδιὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχουν ὅμως δύο εἴδη γεννήσεως τὸ ἕνα κατὰ σάρκα, τὸ ἄλλο κατὰ πνεῦμα. Ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν Νικόδημο: «Τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμα ἐστι. Μὴ θαυμάσης ὅτι εἶπον σοί, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι Ἄνωθεν» (Ἰωάν. 3,6-7). Ἐπειδὴ οἱ γυναῖκες τῆς ἐποχῆς μᾶς ἔχασαν τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ συνείδηση, ἄρχισαν νὰ γεννοῦν προπαντὸς κατὰ σάρκα. Τὰ παιδιὰ μᾶς ἔγιναν ἀνίκανα γιὰ τὴν πίστη. Συχνὰ ἀδυνατοῦν νὰ πιστέψουν ὅτι εἶναι εἰκόνα τοῦ Αἰωνίου Θεοῦ. Ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία στὶς ἡμέρες μᾶς ἔγκειται στὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι βυθίστηκαν στὴν ἀπόγνωση καὶ δὲν πιστεύουν πιὰ στὴν Ἀνάσταση. Ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἐκλαμβάνεται ἀπὸ αὐτοὺς ὡς τελειωτικὸς θάνατος, ὡς ἐκμηδένιση, ἐνῶ πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς στιγμὴ ἀλλαγῆς τῆς μορφῆς τῆς ὑπάρξεώς μας· ὡς ἡμέρα γεννήσεώς μας στὴν ἀνώτερη ζωή, σὲ ὁλόκληρο πλέον τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς ποὺ ἀνήκει στὸν Θεό. Ἀλήθεια, τὸ Εὐαγγέλιο λέει: «Ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ Υἱῶ οὐκ ὄψεται ζωὴν» (Ἰωάν. 3,36). «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμὶν ὅτι… ὁ πιστεύων τῷ Πέμψαντι μὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» (Ἰωάν. 5,24). «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμίν, ἐὰν τὶς τὸν λόγον τὸν Ἐμὸν τηρήση, θάνατον οὐ μὴ θεώρηση εἰς τὸν αἰώνα» (Ἰωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπὸν ἐκφράσεις μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε πολλές.

Συχνὰ ἀκούω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους: Πῶς ἢ γιατί συμβαίνουν ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων ἔχασε τὴν ἱκανότητα νὰ πιστεύει; Δὲν εἶναι ἄραγε ἡ νέα ἀπιστία συνέπεια τῆς εὐρύτερης μορφώσεως, ὅταν αὐτὸ ποῦ λέει ἡ Γραφὴ γίνεται μύθος, ἀπραγματοποίητο ὄνειρο;

Ἡ Πίστη, ἡ ἱκανότητα γιὰ τὴν πίστη, δὲν ἐξαρτᾶται πρωτίστως ἀπὸ τὸν βαθμὸ μορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι παρατηροῦμε ὅτι στὴν ἐποχή μας, κατὰ τὴν ὁποία διαδίδεται ἡ μόρφωση, ἡ πίστη ἐλαττώνεται, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε οὐσιαστικὰ νὰ συμβαίνει τὸ ἀντίθετο· ὅσο δηλαδὴ πλατύτερες γίνονται οἱ γνώσεις τοῦ ἀνθρώπου, τόσο περισσότερες ἀφορμὲς ἔχει γιὰ νὰ ἀναγνωρίζει τὴ μεγάλη σοφία τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Σὲ τί λοιπὸν συνίσταται ἡ ρίζα τῆς ἀπιστίας;

Πρὶν ἀπ’ ὅλα ὀφείλουμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι πρωτίστως ἔργο τῶν γονέων, τῶν πατέρων καὶ τῶν μητέρων. Ἂν οἱ γονεῖς φέρονται πρὸς τὴν πράξη τῆς γεννήσεως τοῦ νέου ἀνθρώπου μὲ σοβαρότητα, μὲ τὴ συνείδηση ὅτι τὸ γεννώμενο βρέφος μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ «υἱὸς ἀνθρώπου» κατ’ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, τότε προετοιμάζονται γιὰ τὴν πράξη αὐτὴ ὄχι ὅπως συνήθως γίνεται αὐτό. Νὰ ἕνα ὑπέροχο παράδειγμα· ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ Ἐλισάβετ προσεύχονταν γιὰ πολὺ καιρὸ νὰ τοὺς χαρισθεῖ τέκνο… Καὶ τί συνέβη λοιπόν; «Ὤφθη δὲ αὐτῶ (τῷ Ζαχαρία) ἄγγελος Κυρίου ἐστῶς ἐκ δεξιῶν του θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. Καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος- μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱὸν σοί, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην καὶ ἔσται χαρὰ σοὶ καὶ ἀγγαλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τὴ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται. Ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιόν του Κυρίου… καὶ Πνεύματος Ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν» (Λούκ. 1,11-16).

Vicente Romero Redondo 1956

Βλέπουμε μάλιστα στὴ συνέχεια ὅτι ὁ Ἰωάννης, εὐρισκόμενος ἀκόμη στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του, ἀναγνώρισε τὴν ἐπίσκεψη τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ, σκίρτησε ἀπὸ χαρὰ καὶ ἡ χαρὰ τοῦ μεταδόθηκε στὴ μητέρα του. Τότε ἐκείνη γέμισε μὲ προφητικὸ Πνεῦμα (βλ. Λούκ. 1,40-41). Ἄλλο παράδειγμα εἶναι ἡ προφήτιδα Ἄννα (βλ. Λούκ. 2,36).

Ἔτσι καὶ τώρα· ἂν οἱ πατέρες καὶ οἱ μητέρες θὰ γεννοῦν παιδιὰ συναισθανόμενοι τὴν ἄκρα σπουδαιότητα τοῦ ἔργου αὐτοῦ, τότε τὰ παιδιά τους θὰ γεμίζουν ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιο, ἤδη ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας- καὶ ἡ πίστη στὸν Θεό, τὸν Δημιουργὸ τῶν ἁπάντων, ὡς πρὸς τὸν Πατέρα τους, θὰ γίνει γι’ αὐτὰ φυσική, καὶ καμία ἐπιστήμη δὲν θὰ μπορέσει νὰ κλονίσει τὴν πίστη αὐτή, γιατί «τὸ γεννώμενον ἐκ Πνεύματος πνεῦμα ἔστιν». Ἡ ὕπαρξη λοιπὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐγγύτητά του σὲ μᾶς εἶναι γιὰ μία τέτοια ψυχὴ ὀφθαλμοφανὲς γεγονός. Καὶ ἡ ἀπιστία τῶν πολυμαθῶν ἢ τῶν ἀμαθῶν στὰ μάτια τῶν τέκνων αὐτῶν τοῦ Θεοῦ θὰ εἶναι ἁπλῶς ἀπόδειξη ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν γεννήθηκαν ἀκόμη Ἄνωθεν, καὶ ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό, διότι εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου σάρκα, γεννημένοι ἀπὸ σάρκα.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἀποτελεῖ πραγματικὸ πρόβλημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὸν προορισμό της, εἶναι τὸ πῶς νὰ πείσει τοὺς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι ἀληθινὰ τέκνα καὶ θυγατέρες τοῦ αἰωνίου Πατρός· πὼς νὰ δείξει στὸν κόσμο τὴ δυνατότητα μίας ἄλλης ζωῆς, ὅμοιας πρὸς τὴ ζωὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ἢ τὴ ζωὴ τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἁγίων. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ φέρει στὸν κόσμο ὄχι μόνο τὴν πίστη στὴν ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴ βεβαιότητα γι’ αὐτήν. Τότε περιττεύει ἡ ἀπαίτηση γιὰ ὁποιεσδήποτε ἄλλες ἠθικιστικὲς διδασκαλίες.

 Ἀπό τό βιβλίο:«Τὸ Μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς», σ.180-189.

ἐκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου – Ἔσσεξ

 

Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , , | Σχολιάστε

Μέγας Βασίλειος – Κατά οργιζομένων

Ο Αγιος Βασίλειος ο Μέγας  και ένα μικρό και εξαιρετικό κείμενο για το θυμό και τη λοιδορία, χωρίς μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα!

» Θυμὸς μὲν γὰρ ἐγείρει μάχην, μάχη δὲ γεννᾷ λοιδορίας, αἱ δὲ λοιδορίαι πληγὰς, αἱ δὲ πληγαὶ τραύματα, ἐκ δὲ τραυμάτων πολλάκις θάνατοι. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς τὸ κακὸν ἐπίσχωμεν, τὴν ὀργὴν πάσῃ μηχανῇ τῶν ψυχῶν ἐξελόντες. Οὕτω γὰρ ἂν δυνηθείημεν τὰ πλεῖστα τῶν κακῶν, ὥσπερ ῥίζῃ τινὶ καὶ ἀρχῇ, τῷ πάθει τούτῳ συνεκτεμεῖν.

Ἐλοιδόρησε; σὺ δὲ εὐλόγησον. Ἐτύπτησε; σὺ δὲ ὑπόμεινον. Διαπτύει καὶ τὸ μηδὲν ἡγεῖταί σε; σὺ δὲ ἔννοιαν λάβε σεαυτοῦ, ὅτι ἐκ γῆς ὑφέστηκας, καὶ εἰς γῆν πάλιν ἀναλυθήσῃ. Ὁ γὰρ τούτοις τοῖς λόγοις ἑαυτὸν προκατασχὼν πᾶσαν ἀτιμίαν ἐλάττονα εὑρήσει τῆς ἀληθείας.
Οὕτω γὰρ καὶ τῷ ἐχθρῷ ἀμήχανον κατασκευάσεις τὴν ἄμυναν, ἄτρωτον σεαυτὸν ταῖς λοιδορίαις δεικνύς· καὶ σεαυτῷ μέγαν τῆς ὑπομονῆς προξενήσεις τὸν στέφανον, τὴν ἑτέρου μανίαν ἀφορμὴν οἰκείας φιλοσοφίας ποιούμενος. Ὥστε, ἂν ἐμοὶ πείθῃ, καὶ ἐπιδαψιλεύσῃ τῶν ὕβρεων. .. » Άγιος Βασίλειος Καισαρείας, ο Μέγας. Ομιλία Ι’, Κατά οργιζομένων.

Χρόνια πολλά! Με υγεία και πολλά δώρα η καινούργια χρονιά 2018.


Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ + ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Patristic Texts) | Tagged | Σχολιάστε

Βασιλόπιτα Πολίτικη

Μαχλέπι, μαστίχα και φρέσκια μαγιά, για την κλασική βασιλόπιτα-τσουρέκι που φτιάχνουν στην Πόλη.

Υλικά

  • 100 γρ. βούτυρο αγελάδας, σε κύβους
  • 50 γρ. γάλα φρέσκο, πλήρες
  • 125 γρ. ζάχαρη
  • 50 γρ. νερό
  • 40 γρ. μαγιά νωπή ή 16 γρ. ξερή (2 φακελάκια)
  • 3 αυγά, μικρά + 1 ακόμα για επάλειψη, ανακατεμένο με λίγο γάλα ή νερό
  • 1 κ.γ. μαχλέπι, κοπανισμένο σε σκόνη
  • 1/2 κ.γ. μαστίχα, κοπανισμένη σε σκόνη
  • 500 γρ. αλεύρι σκληρό ή για τσουρέκι
  • σουσάμι μαύρο και λευκό για πασπάλισμα

Σ’ ένα κατσαρολάκι ζεσταίνουμε το βούτυρο μαζί με το γάλα σε χαμηλή φωτιά.  Μόλις αρχίσει να λιώνει το βούτυρο, ανακατεύουμε και προσθέτουμε και τη ζάχαρη. Αποσύρουμε πριν κάψει το μείγμα. Παράλληλα ζεσταίνουμε ελαφρώς το νερό αποσύροντάς το μόλις χλιαρύνει. Διαλύουμε μέσα σ’ αυτό τη μαγιά.

Σε ένα μεγάλο μπολ χτυπάμε ελαφρώς τα τρία αυγά και προσθέτουμε το μείγμα βουτύρου-γάλακτος-ζάχαρης, το μείγμα της μαγιάς, το μαχλέπι και τη μαστίχα. Ανακατεύουμε.
Μεταφέρουμε το μείγμα στον κάδο του μίξερ, προσθέτουμε το αλεύρι και ζυμώνουμε με το γάντζο (μπορούμε να ζυμώσουμε και με τα χέρια αλλά θα πάρει περισσότερη ώρα). Στην αρχή θα δούμε ότι η ζύμη κολλάει στα τοιχώματα και στο γάντζο, αλλά δεν πρέπει να προσθέσουμε επιπλέον αλεύρι. Συνεχίζουμε το ζύμωμα για 10-12 λεπτά μέχρι να στρώσει. Βουτυρώνουμε μια λεκανίτσα και βάζουμε μέσα τη ζύμη, αφού της δώσουμε σχήμα μπάλας. Χαράσσουμε έναν σταυρό στην επιφάνειά της με ένα μαχαίρι. Σκεπάζουμε με μια πετσέτα και αφήνουμε σε ζεστό περιβάλλον για 2-3 ώρες, ώστε να διπλασιαστεί σε όγκο και να εξαφανιστεί σχεδόν ο σταυρός. Μεταφέρουμε τη ζύμη σ’ έναν πάγκο και την ξαναζυμώνουμε ελαφρώς με τα χέρια.

Καλύπτουμε τον πάτο από ένα ταψί διαμέτρου 28 εκ. με λαδόκολλα και μεταφέρουμε μέσα σε αυτό τη ζύμη. Την πιέζουμε καλά με τα χέρια μας να απλώσει σε όλο το ταψί και να γίνει επίπεδη (περίπου 3-4 πόντους πάχος). Αφήνουμε τη βασιλόπιτα σε ζεστό περιβάλλον για περίπου άλλη μία ώρα μέχρι να φουσκώσει. Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 180°C.  Αλείφουμε τη βασιλόπιτα πολύ προσεκτικά με το αυγό της επάλειψης, το οποίο έχουμε ανακατέψει με λίγο γάλα ή νερό. Πασπαλίζουμε με το μαύρο και άσπρο σουσάμι και ψήνουμε για 1 ώρα περίπου. Αν δούμε ότι παίρνει χρώμα γρήγορα, μειώνουμε λίγο τη θερμοκρασία αλλά όχι κάτω από τους 160°C.

Το φλουρί το βάζουμε στο τέλος, γυρνώντας την πίτα από την ανάποδη και μπήγοντάς το κάθετα σε ένα σημείο.

Tip
Προτιμάμε να παίρνουμε μαστίχα σε μορφή κρυστάλλων, τους οποίους κοπανάμε μόνοι μας στο γουδί προσθέτοντας λίγη ζάχαρη για να μην κολλάνε, παρά έτοιμη τριμμένη μαστίχα, καθώς αυτή περιέχει βελτιωτικά ροής που αλλοιώνουν λίγο τη γεύση.

Η συνταγή είναι του Στέλιου Παρλιάρου- διαδίκτυο!

 

Posted in ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΜΑΣ | Tagged , | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικο κέικ

Χριστουγεννιάτικο κέικ με αποξηραμένα φρούτα

Ξερά φρούτα και μπαχαρικά είναι η βάση γι’ αυτό το γιορτινό κέικ, το οποίο στολίζουμε με μια βελούδινη κρέμα. Η συνταγή είναι από το site «Γαστρονόμος»

Υλικά

Για το κέικ

  • 200 γρ. βούτυρο αγελάδος, σε θερμοκρασία δωματίου
  • 200 γρ. καστανή ζάχαρη
  • 200 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/2 κουτ. γλυκού μπέικιν-πάουντερ
  • 4 αυγά, χτυπημένα ελαφρά
  • 50 γρ. αμύγδαλα λευκά, αλεσμένα στο μούλτι μέχρι να γίνουν σκόνη
  • 100 ml κονιάκ ή cherry
  • 250 γρ. σταφίδες μαύρες
  • 250 γρ. σταφίδες ξανθές
  • 170 γρ. μείγμα από χουρμάδες και ξερά βερίκοκα, ψιλοκομμένα
  • 1½ κουτ. γλυκού μείγμα από τριμμένο γαρίφαλο, μοσχοκάρυδο και κανέλα

Για τη βουτυρόκρεμα

  • 250 γρ. βούτυρο αγελάδος, σε θερμοκρασία δωματίου
  • 4 φλιτζ. τσαγιού ζάχαρη άχνη
  • 2 κουτ. σούπας φρέσκο γάλα, πλήρες
  • 1/2 κουτ. γλυκού κρεμόριο (σε μπαχαράδικα και μεγάλα σούπερ μάρκετ)

Για το σιρόπι ροδιού

  • 500 ml χυμός ροδιού
  • 300 γρ. ζάχαρη σπόροι ροδιού, για το σερβίρισμα

Διαδικασία

Κέικ: Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 140° C. Καλύπτουμε με λαδόκολλα τη βάση και τα πλαϊνά μιας φόρμας διαμέτρου 20 εκ. και ύψους τουλάχιστον 10 εκ. Αυτό θα μας βοηθήσει στο ξεφορμάρισμα. Αν η φόρμα μας είναι χαμηλότερη, φροντίζουμε η λωρίδα λαδόκολλας που έχουμε τοποθετήσει στα πλαϊνά να είναι φαρδιά και να εξέχει αρκετά πάνω από τα τοιχώματα.

Χτυπάμε το βούτυρο με την καστανή ζάχαρη στο μίξερ για 1-2 λεπτά. Χαμηλώνουμε την ταχύτητα και ρίχνουμε σιγά – σιγά τα αυγά και το αλεύρι, εναλλάσσοντάς τα. Ρίχνουμε και τη σκόνη αμυγδάλου, το κονιάκ (ή το sherry), τα ξερά φρούτα και τα μπαχαρικά και ανακατεύουμε. Τέλος, ρίχνουμε το μπέικιν- πάουντερ, ανακατεύουμε καλά και αδειάζουμε το μείγμα στη φόρμα. Ισιώνουμε την επιφάνεια και ψήνουμε στον προθερμασμένο φούρνο για 2½ ώρες. Δοκιμάζουμε αν έχει ψηθεί καλά το κέικ τρυπώντας το στο κέντρο με ένα ξύλινο καλαμάκι για σουβλάκι. Αν βγαίνει υγρό, με υπολείμματα ζύμης επάνω, ψήνουμε λίγο ακόμα. Μόλις είναι έτοιμο, το βγάζουμε, περιμένουμε 10 λεπτά και το ξεφορμάρουμε πάνω σε μια σχάρα, όπου το αφήνουμε να κρυώσει εντελώς.

Σιρόπι ροδιού: Σε μια κατσαρόλα ρίχνουμε τον χυμό και τη ζάχαρη και τα βάζουμε να πάρουν μια βράση. Αφαιρούμε τον αφρό που θα σχηματιστεί και συνεχίζουμε το βράσιμο για αρκετή ώρα, μέχρι να δέσει το σιρόπι. Μπορούμε να ελέγξουμε αν έδεσε ρίχνοντας λίγο σε ένα πιατάκι, φυσώντας το να κρυώσει γρήγορα και τραβώντας μια γραμμή με το δάχτυλό μας. Θα πρέπει να αφήνει δρόμο που δεν κλείνει γρήγορα.

Βουτυρόκρεμα: Χτυπάμε στο μίξερ το βούτυρο με την άχνη σε μέτρια ταχύτητα, μέχρι το μείγμα να γίνει κρεμώδες. Ρίχνουμε το γάλα και το κρεμόριο και ξαναχτυπάμε για 1 λεπτό, μέχρι να γίνει μια ομοιογενής σταθερή κρέμα. Με αυτήν καλύπτουμε το κέικ. Για πιο ωραίο εφέ, χρησιμοποιούμε μια στενόμακρη σπάτουλα (παλέτα) για τα πλαϊνά και απλώνουμε την κρέμα με κατεύθυνση από κάτω προς τα πάνω, για να δημιουργηθούν κάθετες λωρίδες. Πασπαλίζουμε με σπόρους ροδιού, περιχύνουμε με σιρόπι ροδιού και σερβίρουμε.

Posted in ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΜΑΣ | Tagged | Σχολιάστε

Aρνάκι στις κληματόβεργες

Αρνάκι στις κληματόβεργες στο φούρνο του σπιτιού, γιορτινό και παραδοσιακό γεύμα!

Η συνταγή είναι από το site «Γαστρονόμος».

Υλικά, για το κρέας

  • 1 μπούτι και 1 χεράκι (ή 2 μπούτια) από αρνάκι ή κατσικάκι γάλακτος, συνολικού βάρους περίπου 2½ – 3 κιλών, με το κόκαλο
  • 1/2 λεμόνι
  • κληματόβεργες τόσες ώστε να φτιάξουμε πλέγμα στο ταψί
  • αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι
  • ελαιόλαδο, για το άλειμμα του κρέατος στο ψήσιμο

Για το αρωματικό μείγμα

  • 1/2 κουτ. σούπας αλάτι
  • 1/2 κουτ. γλυκού φρεσκοτριμμένο πιπέρι
  • 2 κουτ. γλυκού φρέσκα φυλλαράκια δεντρολίβανου ή ρίγανης, ψιλοκομμένα, ή ξερά, κοπανισμένα ή τριμμένα μέχρι να γίνουν σκόνη
  • 2 σκελίδες σκόρδου, πολύ ψιλοκομμένες
  • 1 κουτ. σούπας ελαιόλαδο

Διαδικασία

Αρωματικό μείγμα: Σε ένα μπολάκι ανακατεύουμε καλά το αλάτι, το πιπέρι, το δεντρολίβανο ή τη ρίγανη, το σκόρδο και το ελαιόλαδο.

Προετοιμασία: Πλένουμε και σκουπίζουμε καλά τα κομμάτια του κρέατος και τα τρίβουμε καλά με το μισό λεμόνι. Με ένα μικρό και μυτερό μαχαίρι κάνουμε 4 – 5 τομές σε διάφορα σημεία του κάθε κομματιού κρέατος, βάθους περίπου 2 εκ. Γεμίζουμε τις τομές με το αρωματικό μείγμα που ετοιμάσαμε και, με όσο μείγμα περισσέψει, αλείφουμε τα κομμάτια εξωτερικά. Τα «τρίβουμε» στη συνέχεια με αλατοπίπερο. Σπάμε τις κληματόβεργες σε μέτρια κομμάτια και τις βάζουμε σταυρωτά σε ένα μεγάλο ταψί (ιδανικά είναι τα μεγάλα παραλληλόγραμμα βαθιά ταψιά που έχουν όλες οι κουζίνες και εφαρμόζουν ακριβώς στα τοιχώματα του φούρνου, χωρίς να χρειάζονται σχάρα στήριξης, ενώ το μέγεθός τους είναι τέτοιο που χωρούν άνετα τα μεγάλα κομμάτια κρέατος). Βάζουμε τα κομμάτια του κρέατος πάνω στο πλέγμα από κληματόβεργες και βάζουμε το ταψί στο ψυγείο για 2 – 12 ώρες ή για όλο το βράδυ.

Την επόμενη ημέρα: Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 190° C. Ρίχνουμε στο ταψί λίγο νερό, ώστε να φτάσει σε ύψος περίπου το 1 εκ. Βάζουμε το ταψί σε ένα από τα χαμηλά ράφια του φούρνου και ψήνουμε για 20 – 30 λεπτά. Χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία στους 150° C και συνεχίζουμε το ψήσιμο για περίπου 1 ώρα (αν ψήσουμε κατσικάκι) ή για περίπου 1 ώρα και 20 λεπτά (αν ψήσουμε αρνάκι). Σε τακτά χρονικά διαστήματα, όταν βλέπουμε ότι εξατμίζεται το νερό του ταψιού, προσθέτουμε λίγο ζεστό. Αν θέλουμε, μπορούμε να αλείφουμε το κρέας πότε-πότε με λίγο ελαιόλαδο με ένα πινέλο που να μην καίγεται, κατά τη διάρκεια του ψησίματος, για να ροδίσει πιο έντονα. Το κρέας είναι έτοιμο όταν η πετσούλα του ροδίσει και σκάσει σε μερικά σημεία, ιδιαίτερα εκεί όπου εξέχουν τα κόκαλα. Για να το ελέγξουμε, το τρυπάμε με μια πιρούνα. Θα πρέπει να το διαπερνά με ευκολία, να βγει ελάχιστο υγρό και το χρώμα του να είναι διάφανο. Τότε, σβήνουμε το φούρνο, αφήνουμε μισάνοιχτη την πόρτα του και αφήνουμε το κρέας να «ξεκουραστεί» μέσα στο φούρνο, για περίπου 20 λεπτά. Βγάζουμε το ταψί, κόβουμε το κρέας σε κομμάτια και τα βάζουμε σε μεγάλη πιατέλα.

Στο ποτήρι μας: Το εκλεκτό κρέας του αρνιού δικαιούται τα καλύτερα κόκκινα κρασιά! Cabernet Sauvignon, Syrah, ξινόμαυρα χαρμάνι με Syrah.

 

Posted in ΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΠΙΠΕΡΙ - ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ | Tagged | Σχολιάστε

Παραδοσιακοί κουραμπιέδες

Η παραδοσιακή συνταγή για τους κουραμπιέδες. Η συνταγή είναι από το «Γαστρονόμο»

Υλικά

  • 300 γρ. βούτυρο γάλακτος (αυτό που πωλείται στο βαζάκι και συνήθως είναι από αιγοπρόβειο γάλα, το χρησιμοποιούμε κρύο, ώστε να είναι σε στερεή μορφή)
  • 120 γρ. αμύγδαλα αναποφλοίωτα
  • 1/2 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
  • 1 πρέζα βανίλια σε σκόνη
  • 110 γρ. άχνη ζάχαρη + επιπλέον για το πασπάλισμα
  • 25 γρ. ρούμι μαύρο ή κονιάκ
  • 600 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις

Διαδικασία

Καβουρδίζουμε τα αμύγδαλα σε σκέτο αντικολλητικό τηγάνι, για 5 λεπτά. Αφήνουμε να κρυώσουν και τα κοπανίζουμε στο γουδί σε χοντρά κομμάτια ή τα σπάμε πιέζοντάς τα με τον πλάστη ανάμεσα σε δύο λαδόκολλες.

Χτυπάμε στο μίξερ με το φτερό το βούτυρο με την άχνη σε δυνατή ταχύτητα για περίπου 20 λεπτά, ελέγχοντας κάθε τόσο μην πιτσιλίζει. (Όσο περισσότερο το χτυπάμε, τόσο καλύτερη θα γίνει η ζύμη. Αυτό είναι το μυστικό στους κουραμπιέδες.) Έπειτα ρίχνουμε σταδιακά το αλεύρι, το μπέικιν πάουντερ και τη βανίλια και συνεχίζουμε το χτύπημα σε πιο χαμηλή ταχύτητα (γιατί θα ζορίζεται το μίξερ) για 10 λεπτά. Τέλος προσθέτουμε τα αμύγδαλα και το ρούμι.

Πλάθουμε στρογγυλούς κουραμπιέδες σε διάμετρο 3 εκ. και τους πιέζουμε με το δάχτυλό μας ελαφρώς στην κορυφή. Τους βάζουμε σε μια λαμαρίνα, πάνω σε λαδόκολλα, και τους ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 170°C για 20-30 λεπτά ή και λίγο περισσότερο, ανάλογα με το μέγεθος που τους πλάσαμε. Βγάζουμε από το φούρνο, αφήνουμε να κρυώσουν πολύ καλά και τους βάζουμε σε πιατέλα όπου τους πασπαλίζουμε με μπόλικη άχνη. Εναλλακτικά, τους ρίχνουμε σε ένα ταψί γεμάτο άχνη. Τους γυρνάμε να καλυφθούν καλά και τους μεταφέρουμε σε μία πιατέλα, όπου τους σερβίρουμε σε πυραμίδα, πασπαλίζοντας κάθε σειρά που βάζουμε με επιπλέον άχνη.

 

Posted in ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΜΑΣ | Tagged | Σχολιάστε