Ανάσταση Χριστού

Ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, ἦρθε τὸ Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη μέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ αἰτία κάθε εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, ποὺ ἔρχεται μία φορὰ τὸν χρόνο ἢ μᾶλλον ἔρχεται καθημερινὰ καὶ συνεχῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ κατανοοῦν τὸ μυστικό της νόημα. Ἦρθε καὶ γέμισε τὶς καρδιές μας χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση λύνοντας τὸν κόπο τῆς πάνσεπτης νηστείας καὶ τελειοποιώντας καὶ παρηγορώντας τὶς ψυχές μας.

Ἂς εὐχαριστήσουμε λοιπὸν τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας καὶ μᾶς ὁδήγησε μὲ εὐφροσύνη στὸ λιμάνι τῆς Ἀναστάσεώς του…

Του ‘Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Λόγος περί της του Χριστού Αναστάσεως (Λόγος ΙΓ’)

Advertisements
Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , , | Σχολιάστε

Περί μνησικακίας

Δ’ Νηστειών -Ιωάννου της Κλίμακος: Λόγος ένατος

ΛΟΓΟΣ ΕΝΑΤΟΣ
Περί μνησικακίας
1. Ομοιάζουν, οι μέν ευλογημένες και όσιες αρετές με την κλίμακα του Ιακώβ, οι δε ανόσιες κακίες με την αλυσίδα πού έπεσε από τα χέρια του κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου (πρβλ. Πραξ. ιβ΄7). Διότι οι μέν πρώτες, καθώς η μία οδηγεί στην άλλη, ανεβάζουν στον ουρανό εκείνον πού το επιθυμεί. Ενώ οι άλλες, οι κακίες, έχουν τη συνήθεια να γεννούν η μία την άλλη και να συσφίγγωνται μεταξύ τους. Διά τούτο και μόλις προηγουμένως ακούσαμε τον ασύνετο θυμό να ονομάζη ιδικό του τέκνο την μνησικακία. Τώρα λοιπόν πού το καλεί ο καιρός, ας ομιλήσωμε και γι΄αυτήν.

2. Μνησικακία σημαίνει κατάληξις του θυμού, φύλαξ των αμαρτημάτων, μίσος της δικαιοσύνης, απώλεια των αρετών, δηλητήριο της ψυχής, σαράκι του νου, εντροπή της προσευχής [1], εκκοπή της δεήσεως, αποξένωσις της αγάπης, καρφί εμπηγμένο στην ψυχή, αίσθησις δυσάρεστη πού αγαπάται μέσα στην γλυκύτητα της πικρίας της, συνεχής αμαρτία, ανύστακτη παρανομία, διαρκής κακία. Και τούτο το σκοτεινό και δύσμορφο πάθος, η μνησικακία δηλαδή, ανήκει στα πάθη πού γεννώνται από άλλα πάθη και όχι σε αυτά πού γεννούν. Γι΄αυτό δεν σκοπεύομε να ομιλήσωμε πολύ περί αυτής.

Κάκτοι – Μουσείο (φωτό διαδικτύου)

3. Όποιος κατέπαυσε την οργή, αυτός εφόνευσε την μνησικακία, διότι για να γεννηθούν τέκνα πρέπει να ζή ο πατέρας.


4. Όποιος απέκτησε την αγάπη, έγινε ξένος της οργής. Εκείνος όμως πού διατηρεί την έχθρα, συσσωρεύει στον εαυτόν του άσκοπα ενοχλητικά βάρη.

5. Η τράπεζα και το γεύμα της αγάπης διαλύουν το μίσος, και τα ειλικρινή δώρα μαλακώνουν την ωργισμένη ψυχή. Η απρόσεκτη συμπεριφορά κατά την τράπεζα είναι μητέρα της παρρησίας. Και από το παράθυρο της αγάπης κάνει την εμφάνισί της στην τράπεζα η γαστριμαργία.

6. Είδα μίσος να διασπά πολυχρόνιο πορνικό δεσμό, και είδα -πράγμα παράδοξο!- μνησικακία να τον διατηρή πλέον οριστικά διαλελυμένο. Θαυμαστό πράγματι θέαμα! Ένας δαίμων να θεραπεύη από άλλον δαίμονα! Πρόκειται μάλλον για έργο της προνοίας και επεμβάσεως του Θεού, και όχι της θελήσεως των δαιμόνων.

7. Η μνησικακία ευρίσκεται μακρυά από την φυσική και αυθόρμητη και στερεωμένη αγάπη. Σ΄ αυτήν όμως την αγάπη πλησιάζει εύκολα η πορνεία, και βλέπεις στο περιστέρι να εισχωρή ανεπαίσθητα η ψείρα.

8. Να μνησικακής πολύ εναντίον των δαιμόνων και να εχθρεύεσαι πολύ και διαρκώς την σάρκα σου. Η σάρκα είναι ένας αχάριστος και δόλιος φίλος, και όσο την περιποιείται κανείς, τόσο περισσότερο αυτή βλάπτει.

9. Η μνησικακία γίνεται και ερμηνευτής των Γραφών, προσαρμόζοντας και εξηγώντας τα λόγια του Αγίου Πνεύματος κατά τις ιδικές της διαθέσεις. Ας την καταισχύνη όμως η προσευχή πού μας παρέδωσε ο Ιησούς, (το «Πάτερ ημών»), την οποία δεν μπορούμε να την ειπούμε όπως αυτός, εάν μνησικακούμε.

10. Αν δεν μπορής, μολονότι επάλαιψες πολύ, να διαλύσης εντελώς το σκάνδαλο της μνησικακίας, δείξε στον εχθρό σου, έστω με λόγια, ότι μετενόησες. Έτσι θα συμβή να εντραπής την παρατεινομένη υποκρισία σου, και να τον αγαπήσης ολοκληρωτικά, κεντώμενος και καιόμενος σαν με πύρ από τις τύψεις της συνειδήσεως.

11. Τότε θα καταλάβης ότι απηλλάγης από αυτήν την «σαπίλα», την μνησικακία δηλαδή, όχι όταν προσεύχεσαι για εκείνον πού σε ελύπησε ούτε όταν του προσφέρης δώρα ούτε όταν του στρώσης τράπεζα, αλλά όταν μάθης πώς του συνέβη κάποια συμφορά, ψυχική ή σωματική, και πονέσης και κλαύσης σαν να επρόκειτο για τον εαυτό σου.

12. Ησυχαστής πού διατηρεί μνησικακία ομοιάζει με εμφωλεύουσα ασπίδα, η οποία περιφέρει μέσα της θανατηφόρο δηλητήριο. Η ανάμνησις των παθημάτων του Ιησού θα θεραπεύση την ψυχή πού μνησικακεί, διότι θα αισθάνεται υπερβολική εντροπή, ενώ θα αναλογίζεται την ιδική Του ανεξικακία.

13. Στο σάπιο ξύλο γεννώνται σκουλήκια. Ομοίως και σε ανθρώπους με πραότατη επιφανειακή συμπεριφορά και νοθευμένη ηρεμία και ησυχία προσκολλάται η οργή. Όποιος την απεδίωξε από μέσα του, ευρήκε την άφεσι των αμαρτιών του. Όποιος αντιθέτως προσκολλάται σ΄ αυτήν, εστερήθηκε τους οικτιρμούς του Θεού.

14. Μερικοί υπέβαλαν τον εαυτό τους σε κόπους και ιδρώτας για να επιτύχουν την συγχώρησι. Ο αμνησίκακος όμως άνδρας τους ξεπέρασε, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος «άφετε – συντόμως- και αφεθήσεται υμίν – πλουσίως» (πρβλ. Λουκ. στ΄ 37).

15. Η αμνησικακία είναι απόδειξις της γνησίας μετανοίας. Εκείνος δε πού διατηρεί την έχθρα και νομίζει ότι έχει μετάνοια, ομοιάζει μ΄ αυτόν πού του φαίνεται στον ύπνο του ότι τρέχει.

16. Είδα μνησικάκους να παροτρύνουν άλλους στην αμνησικακία. Και έτσι αισθάνθηκαν εντροπή από τα ίδια τους τα λόγια και απηλλάγησαν από το πάθος τους.

17. Ας μη θεωρήση κανείς ασήμαντο πάθος τούτη την «σκοτομήνη», δηλαδή την μνησικακία. Διότι πολλές φορές συμβαίνει να καταλαμβάνη ακόμη και τους πνευματικούς άνδρας.

Βαθμίς ενάτη! Όποιος την κατέκτησε, ας ζή πλέον με παρρησία την συγχώρησι των πταισμάτων του από τον Σωτήρα Χριστόν.

Πηγή: Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου.

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ + ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Patristic Texts) | Tagged , , | Σχολιάστε

Μπακαλιάρος σκορδαλιά

Τηγανιτός μπακαλιάρος ξαλμυρισμένος, με σκορδαλιά. 

Παραδοσιακά τον μαγειρεύουμε κάθε  25 Μαρτίου, που είναι ημέρα διπλής γιορτής στην Ελλάδα. Εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και η μνήμη  της Ελληνικής Επανάστασης του 1821!

Της Μαίρης Ηλιοπούλου

Υλικά

  • Ένα (1) κιλό φιλέτο μπακαλιάρου κομμένο σε μερίδες και ξαλμυρισμένο.  Μπορείτε επίσης να αγοράσετε μπακαλιάρο παστό και να τον ξαλμυρίσετε εσείς.
  • αλεύρι

Ξαλμυρίζουμε τον μπακαλιάρο:

Ξεπλένουμε με άφθονο κρύο νερό, τον μπακαλιάρο. Τον κόβουμε σε κομμάτια και βάζουμε τα κομμάτια σε μεγάλη κατσαρόλα με κρύο νερό. Ο μπακαλιάρος να σκεπάζεται από το νερό. Αλλάζουμε το νερό κάθε 4 ώρες περίπου, για 4 φορές.
Αφού ξαλμυρίσει ο μπακαλιάρος, τον βουτάμε για 3-4 λεπτά σε βραστό νερό και τον καθαρίζουμε από την πέτσα και τα κόκαλα, αν έχει. Τον τηγανίζουμε είτε σαν ολόκληρα κομμάτια  ή τον κάνουμε (τον μαδάμε και τον ρίχνουμε στο κουρκούτι)  κροκέττες.

Μπορούμε στο τελευταίο νερό να προσθέσουμε λίγο γάλα και να αφήσουμε το ψάρι στο γάλα για 2 ώρες, ώστε ο παστός μπακαλιάρος να έχει κάτι από τη γεύση του νωπού.

Μπακαλιάρος – Φωτό Διαδικτύου

Για το κουρκούτι:

  • 1½ φλιτζάνι αλεύρι (περίπου) για όλες τις χρήσεις.
  • 1 κουταλάκι ξερή μαγιά ή σόδα ή baking powder. Kαι με τα τρία αυτά υλικά έχουμε αφράτο κουρκούτι.
  • πολύ λίγο αλάτι ή καθόλου, (ο μπακαλιάρος είναι ήδη αλμυρός) και πιπέρι φρεσκοτριμμένο.
  • ελαιόλαδο για το τηγάνισμα.

Σκορδιαλιά – Φωτό Διαδικτύου

Για τη σκορδαλιά:

  • 5- 7 σκελίδες σκόρδο.
  • 1 κιλό πατάτες βρασμένες.
  • 1 φλιτζάνι ελαιόλαδο ή όσο πάρει.
  • ξίδι, αλάτι.

Οδηγίες

Πρώτα ετοιμάζουμε τη σκορδαλιά: Βράζουμε και περνάμε τις πατάτες, όσο είναι ακόμη ζεστές, από τη μηχανή του πουρέ.

Καθαρίζουμε το σκόρδο και το κοπανίζουμε μαζί με το αλάτι μέσα σε ξύλινο γουδί, μέχρι να πολτοποιηθεί. Προσθέτουμε τον πουρέ της πατάτας και δουλεύουμε καλά το μίγμα με το γουδοχέρι. Μπορούμε να δουλέψουμε το μίγμα και στο μίξερ. Όσο δουλεύουμε το μίγμα, ρίχνουμε σταδιακά το λάδι μαζί με το ξίδι. Στο τέλος δοκιμάζουμε και διορθώνουμε τη γεύση με αλάτι ή ξίδι. Η σκορδαλιά μας είναι τώρα έτοιμη.

Για το κουρκούτι: ανακατεύουμε όλα τα υλικά (το αλεύρι, την ξηρή μαγιά και το νερό) μέσα σε ένα μπολ μέχρι να έχουμε ένα λείο μείγμα.

Ζεσταίνουμε το λάδι σε βαρύ τηγάνι. Τηγανίζουμε τον μπακαλιάρο είτε σε  ολόκληρα κομμάτια είτε σε κροκέττες μέχρι να ροδοκοκκινίσουν. Τα στραγγίζουμε σε χαρτί κουζίνας .

Ο τηγανιτός μπακαλιάρος σερβίρεται ζεστός μαζί με σκορδαλιά, βραστά παντζάρια ή άλλα βραστά χόρτα της επιλογής μας.

Posted in ΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΠΙΠΕΡΙ - ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ | Tagged , | Σχολιάστε

Tης Σταυροπροσκυνήσεως

Λόγος εις την Γ’ Κυριακή των Νηστειών (της Σταυροπροσκυνήσεως) (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Μεγάλη η δύναμη της αλήθειας! Δεν υπάρχει τίποτα ικανό στον κόσμο που να μπορεί να της αφαιρέσει τη δύναμη αυτή.

Η θεραπευτική δύναμη της αλήθειας είναι πολύ μεγάλη! Δεν υπάρχει στον κόσμο αρρώστια ή νόσημα που δεν μπορεί να θεραπευτεί από την αλήθεια.

Οι άρρωστοι που υποφέρουν κι είναι αδύναμοι, αναζητούν γιατρό για να τους δώσει την ανάλογη θεραπεία. Κανένας τους δεν ψάχνει για κάποιο γιατρό που θα τους χορηγήσει φάρμακο γλυκό και γευστικό. Όλοι τους θ’ αναζητήσουν κάποιον που θα τους δώσει φάρμακο αποτελεσματικό, είτε γλυκό θά ’ναι αυτό είτε πικρό είτε κι εντελώς άγευστο. Όσο πιο πικρό είναι το φάρμακο που σύστησε ο γιατρός κι όσο πιο περίπλοκη είναι η εξέλιξη της θεραπείας, τόσο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη αποκτά ο γιατρός στα μάτια του αρρώστου.

Γιατί οι άνθρωποι απορρίπτουν το πικρό φάρμακο μόνο όταν το προσφέρει το χέρι του Θεού; Γιατί αναζητούν μόνο γλυκίσματα από το χέρι του Θεού; Επειδή δεν αντιλαμβάνονται πόσο σοβαρή είναι η αρρώστια της αμαρτίας τους, επειδή νομίζουν πως μπορούν να θεραπευτούν μόνο με γλυκίσματα.

Αχ, να μπορούσαν ν’ αναρωτηθούν οι άνθρωποι γιατί όλα τα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες είναι τόσο πικρά! Το Αγιο Πνεύμα θα τους απαντούσε: για να πάρουν μια ιδέα της πίκρας πού ’χουν τα πνευματικά φάρμακα. Όπως η σωματική αρρώστια δίνει κάποια ιδέα για την πνευματική, έτσι και τα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, σε σχέση μ’ εκείνα για τις πνευματικές.

Οι πνευματικές αρρώστιες, οι σοβαρές και τυχαίες, δεν είναι πολύ πιο σοβαρές από τις σωματικές; Πώς τότε τα φάρμακα για τις πνευματικές αυτές αρρώστιες δεν μπορούν να είναι πιο πικρά από τ’ αντίστοιχα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες;

Οι άνθρωποι φροντίζουν πολύ το σώμα τους. Κι όταν αυτό αρρωσταίνει, δε λυπούνται ούτε προσπάθειες ούτε χρόνο ή χρήμα για ν’ αποκαταστήσουν την υγεία του. Σ’ αυτήν την περίπτωση κανένας γιατρός δε φαίνεται πολύ ακριβός, καμιά ιαματική πηγή δε βρίσκεται μακριά και κανένα φάρμακο δε μοιάζει πικρό. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα πιο έντονο όταν βεβαιωνόμαστε πως ο σωματικός θάνατος πλησιάζει.

Αχ, και να φρόντιζαν οι άνθρωποι αυτοί τόσο πολύ για την ψυχική τους υγεία! Αχ, και νά ’ταν τόσο επιμελείς στην αναζήτηση θεραπείας και θεραπευτή για την ψυχή τους!

Είναι δύσκολο κι οδυνηρό να περπατάς ξυπόλητος ανάμεσα στ’ αγκάθια. Όταν όμως ο ξυπόλητος άνθρωπος πεθαίνει της δίψας κι η πηγή με το νερό είναι μετά τ’ αγκάθια, δε θ’ αποφασίσει γρήγορα να βαδίσει πάνω σ’ αυτά, μ’ όλο που τα πόδια του θα πληγωθούν, για να πλησιάσει στο νερό; Ή μήπως θα προτιμήσει να καθήσει πάνω στο χλωρό γρασίδι που είναι πριν από τ’ αγκάθια και να πεθάνει από τη δίψα;

Κάποιοι άνθρωποι που είναι άρρωστοι από την αμαρτία λένε: «Δεν μπορούμε να πάρουμε τόσο πικρό φάρμακο». Κι έτσι ο γιατρός που αγαπά το ανθρώπινο γένος, πήρε πρώτος το φάρμακο, το πικρότερο φάρμακο, μ’ όλο που ήταν υγιής. Και τό ’κανε αυτό μόνο για να δείξει στους αρρώστους πως αυτό δεν είναι αδύνατο. Αλήθεια, πόσο πιο δύσκολο είναι στον υγιή άνθρωπο να πάρει και να καταπιεί το φάρμακο που είναι για τους αρρώστους! Εκείνος όμως το πήρε, ώστε οι θνητοί άρρωστοι να οδηγηθούν στην απόφαση να το πάρουν κι αυτοί.

«Δεν μπορούμε να περπατήσουμε ξυπόλητοι πάνω στ’ αγκάθια, λένε οι άνθρωποι που είναι άρρωστοι από την αμαρτία, όσο και να διψάμε κι όσο καθαρό και νά ’ναι το νερό από την άλλη μεριά». Κι έτσι ο Κύριος, που αγαπά το ανθρώπινο γένος, βάδισε ο ίδιος ξυπόλητος πάνω στ’ αγκάθια. Και τώρα καλεί από την άλλη μεριά τους διψασμένους στην πηγή με το δροσερό νερό. «Είναι δυνατό, μας λέει. Βάδισα μόνος μου πάνω στα πιο αιχμηρά αγκάθια και πατώντας τα τα άμβλυνα, τα μαλάκωσα. Ελάτε, λοιπόν».

«Αν το φάρμακο είναι ο σταυρός, δεν μπορούμε να το πάρουμε. Κι αν ο σταυρός είναι ο δρόμος, δεν μπορούμε να τον βαδίσουμε». Αυτό λένε όλοι εκείνοι που η αμαρτία τους έκανε άρρωστους. Κι έτσι ο Κύριος, που αγαπά το ανθρώπινο γένος, σήκωσε πάνω Του το βαρύτερο σταυρό, για να μας δείξει πως κι αυτό είναι δυνατό.

……………………………….

***

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , | Σχολιάστε

Οι κεκοιμημένοι

Οσίου Παϊσίου

«Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη, όχι μόνον άνθρωπος αλλά ούτε πουλί να μην πάη στην κόλαση». Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν πεθαίνει. Ο θάνατος είναι απλώς μετάβαση από την μια ζωή στην άλλη. Είναι ένας αποχωρισμός για ένα μικρό διάστημα, Όπως, όταν πάη κάποιος, ας υποθέσουμε, στο εξωτερικό για έναν χρόνο, οι δικοί του στενοχωριούνται, γιατί θα τον αποχωρισθούν για έναν χρόνο, ή αν λείψη δέκα χρόνια, έχουν στενοχώρια για τον αποχωρισμό των δέκα χρόνων, έτσι πρέπει να βλέπουν και τον αποχωρισμό από τα αγαπημένα τους πρόσωπα με τον θάνατο…
Αν πεθάνη, ας υποθέσουμε, κάποιος και οι δικοί του είναι ηλικιωμένοι, να πουν: «Μετά από καμμιά δεκαπενταριά χρόνια θα ανταμώσουμε». Αν είναι νεώτεροι, να πουν: «Μετά από πενήντα χρόνια θα ανταμώσουμε». Πονάει φυσικά κανείς για τον θάνατο κάποιου συγγενικού του προσώπου, αλλά χρειάζεται πνευματική αντιμετώπιση.

imgpaisiosΤι λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα»[51]. Πόσες φορές λ.χ. θα τον έβλεπε εδώ στην γη; Κάθε μήνα; Να σκεφθή ότι εκεί θα τον βλέπη συνέχεια. Μόνον όταν δεν έχη καλή ζωή αυτός που φεύγει, δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε. Αν λ.χ. ήταν σκληρός, τότε, αν πραγματικά τον αγαπάμε και θέλουμε να συναντηθούμε στην άλλη ζωή, πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή γι’ αυτόν.

Η μετά θάνατον ζωή – Οι υπόδικοι νεκροί

– Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;

– Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλά «φαϊντά γιοκ», δηλαδή δεν ωφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαίνει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ’ αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συνέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.

Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.

– Γέροντα, πως είναι τώρα οι κολασμένοι;

– Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα Κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.

– Και οι Άγιοι και ο ληστής;

– Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, αλλά δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, αλλά δεν έχουν λάβει την τελική καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», παρατείνει – παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λάβουν μετά την μέλλουσα Κρίση.

Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους

– Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύχωνται;

– Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τι να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του;

Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ’ αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμη μπορεί να τους μεταφέρη και σε «δωμάτιο» ή σε «διαμέρισμα».

Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.

Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διάβολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία», λέει η Γραφή.

Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του.

– Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

– Εμ, όταν μπαίνη κάποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός – θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν – και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν’ αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ό,τι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπ’ όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης· με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν».

– Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

– Άμα κάνης κομποσχοίνι γι’ αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι’ αυτούς! Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

– Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.
– Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγμή. Πότε σε απασχολεί; κάθε Σάββατο;

– Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;

– Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμημένοι.

– Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι’ αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

– Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχωμαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν».

Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωϊκώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγματα και από τα ψυχικά πάθη, εκτός από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό.

Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο παππούς μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.

Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.

Άγιος  Παΐσιος

Από το βιβλίο: «Οι δοκιμασίες στη ζωή μας» Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ + ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Patristic Texts) | Tagged , , | Σχολιάστε

Η αρτοκλασία

Η τελετή της αρτοκλασίας ή της «ευλογήσεως των άρτων» είναι παλαιά λειτουργική πράξη και έχει τις ρίζες της στους αποστολικούς χρόνους. Θεωρείται κατάλοιπο από τις «αγάπες», τα κοινά γεύματα των πρώτων χριστιανών, από όπου διασώζει και το αρχαίο όνομα «την κλάση του άρτου»  δηλαδή τον τρόπο τεμαχισμού και διανομής του.

img60907mhΜία συνήθης συνταγή για την παρασκευή των άρτων είναι η πιό κάτω:

Υλικά
  • 500 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις.
  • 8 γρ. ξηρή μαγιά στιγμής  15 γρ. νωπή.
  • 120 γρ. ζάχαρη.
  • 65 ml  μέλι.
  • 1 κουταλάκι του γλυκού κανέλλα.
  • ¼ κουταλάκι του γλυκού γαρίφαλλο.
  • ½ κουταλάκι του γλυκού σπόρους γλυκάνισο.
  • ½ κουταλάκι του γλυκού αλάτι.
  • 85 ml ελαιόλαδο ή ηλιέλαιο.
  • Ζάχαρη άχνη για το πασπάλισμα

Οδηγίες

  1. Βάζουμε 150 γρ.  από το αλεύρι σε ένα μπολ, προσθέτουμε την μαγιά, ένα κουταλάκι του γλυκού ζάχαρη και προσθέτουμε 1¼ του φλιτζανιού χλιαρό νερό. Ανακατεύουμε καλά να γίνει μία ρευστή ζύμη. Αφήνουμε για μισή ώρα το μπολ σκεπασμένο σε ζεστό μέρος να «γίνει», το προζύμι.
  2. Βάζουμε το αλεύρι σε μία λεκάνη κάνουμε μια λακκούβα και προσθέτουμε το προζύμι, το μέλι, την ζάχαρη, τα κανελλογαρίφαλλα, τους κοπινισμένους σπόρους και το ηλιέλαιο ή το ελαιόλαδο.
    Προσθέτουμε όσο χλιαρό νερό χρειαστεί, περίπου μισό φλιτζάνι νερό.
    Ζυμώνουμε πολύ καλά, μέχρι να έχουμε μια ομοιόμορφη και μαλακή ζύμη.
  3. Λαδώνουμε καλά ένα αντικολλητικό στρόγγυλο ταψί 30 εκ. βάζουμε μέσα την ζύμη και την απλώνουμε πατώντας με το χέρι να ανοίξει, η ζύμη θα φτάσει μέχρι την μέση του ταψιού ότανθα φουσκώσει.
  4. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 50°C.  Σκεπάζουμε με μια πετσέτα το ταψί και το τοποθετούμε στον φούρνο μέχρι να διπλασιαστεί σε όγκο η ζύμη.
  5. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στου 200°C και ψήνουμε τον άρτο για 20 λεπτά, κατόπιν κατεβάζουμε την θερμοκρασία στους 1 50°C και ψήνουμε άλλα 20 λεπτά.  Βγάζουμε τον άρτο και ραντίζουμε την επιφάνειά του με νερό για να γυαλίσει. Αφήνουμε να κρυώσει, σε σχάρα και τον πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη!
Posted in ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΜΑΣ | Tagged | Σχολιάστε

Kυριακή της Αποκρέω

Κυριακή της Αποκρέω ή και Κυριακή της Κρίσεως!

Η αγάπη ξεπερνάει στον <<άλλο>> την εξωτερική του εμφάνιση, την κοινωνική του θέση, την εθνική του καταγωγή, την διανοητική του ικανότητα και φθάνει στην ψυχή του, το αληθινό κομμάτι του Θεού μέσα του. Είναι η υπέροχη ανακάλυψη του <<προσώπου>> στον <<άνθρωπο>>, η ανακαλυψη του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου μέσα στο σύνολο γενικά. 

img20170mhΗ πραγματική αποστολή της Εκκλησίας είναι να υπενθυμίζει στον άνθρωπο την προσωπική του αγάπη. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη απ’ αυτή τη προσωπική αγάπη, να τους αναγνωρίζεται η μοναδικότητα της ψυχής τους στην οποία αντανακλάται όλη η ομορφιά της δημιουργίας μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι βρίσκονται στη <<φυλακή>>, είναι <<πεινώντες και διψώντες>> ακριβώς γιατί τους λείπει αυτή η προσωπική αγάπη. Τέλος ξέρουμε ότι είτε αγαπήσαμε είτε αρνηθήκαμε την αγάπη, πρόκειται να κριθούμε, γιατί <<εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε>> (Ματθ. 25,40)

Posted in ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ | Tagged , , , | Σχολιάστε